Ticker

6/κοσμολογία/ticker-posts

Header Ads Widget

Responsive Advertisement

Κάποια από τα αίτια της κατάντιας μας

Άγιοι Σαράντα 23.02.2012
Εκτιμώ τις ανησυχίες και τις προσπάθειές σας για την εξήγηση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χωρά μας, τον εντοπισμό της αιτίας της πτώσης του είδους μας και πάνω απο’ολα την αναζήτηση των χαμένων αξιών στον Αρχαίο μας Κόσμο. Σας καλώ να βρείτε στο λόγο μου την ομοιότητα του αντικειμένου της ανησυχίας μας, ίσως και μια γέφυρα μεταξύ της μικρότητας του σήμερα και του μεγάλου Χθες μας. Κατάγομαι από την Ήπειρο του Βορρά και θέλω να προσφέρω λίγη από τη Χθεσινή «πίκρα» στον κόσμο μας. Έχω ως τώρα εκδώσει δύο βιβλία, τα οποία διαχειρίζεται ο εκδοτικός οίκος «ΤΑΛΩΣ Φ» : «Η σκουριασμένη θύρα» και «Δια-Λόγοι με το Διόνυσο».






Αν το θέμα ήταν μόνο προσωπικό ή τοπικό, δεν θα έπαιρνα το θάρρος να απευθυνθώ σε σας. Αντιλαμβάνομαι όμως τις διαστάσεις του ζητήματος, τις διαστάσεις της κατάντιας του είδους μας και ο ίδιος ο πόνος με ωθεί. Συνειδητοποίησα την οικουμενική δύναμη της Καταγωγής μας, στην οποία οφείλουμε την ύπαρξη μας, περά από ιδεολογήματα, λαϊκισμούς και θρησκεύματα. Ακολούθησα μια άλλη προσέγγιση αυτής της Καταγωγής και οδηγήθηκα στη εξής σκέψη: «Θα υπάρχουμε άραγε ακόμα αύριο αν δεν μάθουμε τα αίτια της μέχρι τώρα συντήρησης του είδους μας, αν δεν αντιληφτούμε πού ανήκουμε, πού οδεύουμε και γιατί φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση;»

Θέλησα να βοηθήσω και με θεώρησαν ηλίθιο. Προσπάθησα να χαρίσω στην κατάντια του σήμερα κάποιο «θησαυρό» και με είπαν τρελό. Ακολούθησε ταλαιπωρία μέχρι του σημείου της εξουθένωσης. Ύστερα χλευασμός μέχρι τα όρια της αμφισβήτησης της ταυτότητας μου. Τα θεώρησα όλα αυτά φυσιολογικά καθότι αναγνώρισα την κοίμηση που κυριαρχεί σε καθετί στον ελλαδικό κόσμο. Μη φυσιολογική θεωρώ μόνο την ανανδρία, την ψευτιά και την ολοκληρωτική υλιστική μικρότητα. Δυστυχώς ακόμα και αυτά σήμερα θεωρούνται κανονικότητα.

Προσπάθησα να δημοσιεύσω τον πόνο μιας Ελληνικής Γεννάς που μου συνέβη σε ξεχασμένους τόπους και συνάντησα την ελλαδική άρνηση. Οι εκδότες με τους οποίους επιχείρησα να συνεργαστώ όχι μόνο δεν αναγνώρισαν την άλλη όψη της γραφής μου, αλλά με αντιμετώπισαν σαν το επόμενο εμπορικό θύμα. Παρά ταύτα, αυτή τους τη στάση μπορώ να τη συγχωρέσω. Αυτό που δεν μπορώ να αποδεχτώ είναι η παντοδυναμία του πνεύματος της εμπορικότητας, το γεγονός ότι αυτό είναι ικανό να εξαλείψει ολοκληρωτικά τις προσπάθειες των ανήσυχων να κατακτήσουν μια ανώτερη αντίληψη για την ζωή. Αυτός είναι ο λόγος που απευθύνομαι σε σας.

Έχω σταματήσει προσωρινά την ερευνά και σκέπτομαι: «Αξίζει να ξυπνήσεις το γένος από τη νεοελληνική νάρκη, να του δείξεις τα ιερά όργανα της κλασικής γνώσης, την μεταχείριση των ενστίκτων, της ψυχής προς όφελος της έρευνας; Αξίζει το χαλιναγωγημένο πλέον είδος μας να επιστρέψει στις αξίες; Επιτρέπεται η αιρετική γνώση στην περιορισμένη αντίληψη;»

Καταλαβαίνω. Είναι βαριά η αρρώστια που έχει πλακώσει τον κόσμο μας και κυρίως αυτό που θεωρούμε διάνοια. Είναι πασιφανές πως κάποιοι δεν κάνουν καλά την δουλεία τους, και δυστυχώς είναι αυτοί που λατρεύονται περισσότερο, αυτοί που είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον της πνευματικής τροφοδοσίας. Το ελάχιστο που οφείλουμε είναι να τους κατονομάσουμε, όχι τόσο αυτούς όσο την νόσο τους, ώστε να ανοίξει ένας δρόμος γιατρειάς. Μήπως είναι οι ίδιοι που κρύβονται πίσω και από το οικονομικό αδιέξοδο. Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι οικονομικό, είναι γνωστικό ή μάλλον αυτογνωστικό. Οφείλεται στην παραίτηση των εργατών της σκέψης απ’το βασικό καθήκον της Διάνοιας, στην εγκατάλειψη της ανώτερης Παιδείας. Αυτό διότι πριν δανειστεί χρήμα, η κοινωνία δανείστηκε ιδέες, συνειδήσεις τις οποίες δεν μπόρεσε ούτε να καταναλώσει, ούτε να ενσωματώσει.

Η παραίτηση των εργατών της σκέψης από το καθήκον τους είναι μια πραγματικότητα που συνειδητά αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε. Όσο κι αν εθελοτυφλούμε όμως, εκείνη θα είναι παρούσα. Η Ελλάδα δεν παράγει πια Σοφία και συνεπώς δεν κατέχει την ικανότητα να τροφοδοτεί την ζωή με ιδέες, την επιστήμη με ανώτερη αντίληψη, την πολιτική με όραμα και την τέχνη με το ιερό καθήκον της κάθαρσης από τις πνευματικές λωβιές.

Αυτό πονάει πολύ τους ανήσυχους που βλέπουν την ζωή όχι μόνο σαν θείο δώρο, αλλά και καλυμμένη με το μυστήριο της αναζήτησης. Είναι αυτοί που ξέρουν ότι η έρευνα αυτού του μυστήριου κάνει την ζωή όμορφη. Στην έρευνα αυτή βρίσκουν το μέρος που γεννιούνται οι ιδέες και τον τρόπο να εφοδιαστούν με το όραμα του Χθες. Η απώλεια της έρευνας της ζωής, που κάποτε λεγόταν παιδεία της σοφίας, οδηγεί αναπόφευκτα σε συνειδησιακή ανευθυνότητα.

Η παρουσία πολιτικών συμμοριών που τα λένε κόμματα, η κυριαρχία ομάδων αναρχίας που τις λένε συνδικάτα, η επικράτηση του μίσος για κάθε προσπάθεια οργάνωσης της Ελληνικής κοινωνίας-κράτους, είναι για μας δείγμα της διανοητικής ανεπάρκειας. Αν η διάνοια εκτελούσε το καθήκον της ως όφειλε, σήμερα στην κοινωνία θα κυριαρχούσε ο Λόγος της Πειθούς και η μαγεία της Τέχνης που θα την είχε απαλλάξει από τις ιδεολογικές και δογματικές παρωπίδες. Πρωτίστως θα είχε αφανίσει το κληρονομημένο υποσυνείδητο μίσος κάποιων φυλών και ομάδων που ανατράφηκαν από την Ελληνική γη, αλλά δεν καθαρίστηκαν ποτέ από τα απομεινάρια του χθες τους…

Η κοινωνία κοντεύει να πνιγεί μέσα στα δικαιώματα που προσφέρθηκαν και συντηρούνται από μετριότητες και η διάνοια, όντας ανίκανη να πετάξει σε ουράνιες θάλασσες, κολυμπάει μέσα σ’αυτο το βούρκο, αγνοώντας ότι οφείλει να πειθαρχήσει τα αδούλευτα ένστικτα του κοινού νου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, εφόσον δεν γνωρίζει ούτε τα δικά της;

Βλέποντας την διαλυμένη ελλαδικότητα από εξωτερική σκοπιά καταλαβαίνει κανείς καλυτέρα τα αίτιά της. Αντιλαμβάνεται επίσης γιατί η συνειδησιακή ανευθυνότητα αντιμετωπίζει με καχυποψία τα εξωτερικά βλέμματα, είτε είναι φιλικά, είτε εχθρικά. Είναι επειδή δεν μπορεί να στρέψει το βλέμμα προς τα μέσα της. Δύναται να αντιληφθεί μόνο εξωτερικούς εχθρούς και συνομωσίες. Όχι πως αυτές δεν αλωνίζουν πάνω σε μια μουδιασμένη επικράτεια. Λόγω ανευθυνότητας όμως δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι στον κόσμο υπάρχει μια μεγάλη φιλελληνικότητα σε λήθαργο και μια μικρή ξάγρυπνη ανθελληνικότητα που μηχανορραφεί και αναμένει τα αποτελέσματα... Η πνευματική διάλυση αυτά δεν τολμάει να τα σκεφτεί. Το σύμπλεγμα της αριστεροφιλίας και η αρρώστια της μονοπλευρικότητας έχει ισοπεδώσει την Παιδεία, τα ΜΜΕ και κάθε ερευνητική προσπάθεια εμπεδώνοντας στην ελλαδική κοινωνία την αντίληψη ότι ο ορθολογισμός είναι ο μονός τρόπος έρευνας της ζωής. Ως αποτέλεσμα, οι διαβασμένοι υπηρέτες αυτής της σακατεμένης αντίληψης είναι οι σημερινοί φιλόσοφοι. Κρήμα!

Η συνειδησιακή ανευθυνότητα δεν ανοίγει κανένα δρόμο αυτογνωσίας, δεν προσφέρει κανένα νόστιμο γνωστικό προϊόν. Μοιραία θα καταλήξει σε ένα από τα πολλά είδη υλισμού και το σμήνος των αθώων που την ακολουθεί αναπόφευκτα θα ανάγει σε αξία μόνο τον πλουτισμό, νόμιμο η παράνομο. Η διαφθορά κυριαρχεί της αποπνικτικής ατμοσφαίρας που δημιουργείται καθώς η διάνοια παραμένει ανίκανη να αποδείξει το αυτονόητο: πως η ζωή δηλαδή, όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη έχει δυο πλευρές και η κάθε μια έχει τις αξίες της. Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κυνηγός αξιών. Όταν του μαθαίνουν λοιπόν να βλέπει την ζωή μονόπλευρα, επόμενο είναι να ερωτευτεί με την υλιστική πλευρά της, αδιαφορώντας ότι μέσα του υπάρχει μια ψυχή.

Η υπερβολή είναι πως οι περιορισμένοι υλιστές, που θεωρούν εαυτόν αυθεντίες, ασχολούνται με την φιλοσοφία γενικά και ειδικότερα με την Αρχαιότητα. Την μεταφράζουν, την ερμηνεύουν, την κόβουν και την ράβουν στα μέτρα της μικρότητας τους, επιδιώκοντας εκτός από το κέρδος και αναγνώριση. Ιδού η πηγή της διαφθοράς! Ακούει η πολιτεία από φιλικά δυτικά στόματα ότι τις αξίες από μας τις πήραν, από την Αρχαιότητά μας. Τους πληρώνει λοιπόν περιμένοντας από αυτούς αξίες, νέους τρόπους σκέψης και νέες ιδέες, ελπίζοντας και περιμένοντας λίγη φώτιση απ’ τους περιορισμένους, ν’ ανοίξουν μια «Σκουριασμένη Θύρα» προς αυτό τον κόσμο.

Αυτό το είδος όμως ποτέ δε θα καταφέρει να μπει μέσα στην Αρχαιότητα, γιατί τα κλειδιά αυτού του περάσματος τα έχει παραδώσει στον ιδεολογικό της πατέρα η στον παπά της ενορίας του. Η αναφορά τους στο Θεό όμως, είναι κι αυτή μια κοροϊδία καθώς ποτέ δεν έβαλαν το θείο στο φάσμα της έρευνας τους. Δεν θα αναζητήσουν ποτέ το Θεό μέσα τους, όπως οι Αρχαίοι, γιατί μόλις το δρόμο τους προς τα σκοτάδια της εσωτερικότητας τον φράζει ο ιδεολογικός τους Πατέρας. Το άνοιγμα της πύλης της εσωτερικότητας που κάποιοι δυτικοί διανοητές κατάφεραν, παρέχοντας έτσι στην ομοιότητα τους τροφή, για αυτούς είναι απλά μια φλυαρία, γιατί δεν τους έμαθε κανείς ότι μέσα από αυτή την πύλη υπάρχουν όλες οι αξίες οι οποίες αυτοί πληρώνονται για να προσφέρουν.

Η ικανότητα γι’αυτό το άνοιγμα δεν αποκτιέται με διαβάσματα, μεταφράσεις και ερμηνείες της Αρχαιότητας. Χρειάζονται τα μέσα και κάποιες προϋποθέσεις: η καλή υγεία «η απιστία» και ο λόγος του καθηγητής. Εκείνοι όμως δεν τολμούν να βάλουν λίγη μαγεία στην έρευνα του Χθες, δεν τολμούν καν να σκεφτούν τη μαγεία σαν μέρος της ζωής. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να τη θεωρήσουν μέρος της έρευνας;

Η μόνη ελπίδα είναι ότι ακόμα υπάρχουν ανήσυχοι που δεν εφησυχάζονται με σοβαροφάνειες και ψάχνουν την αιτία αυτού του αδιεξόδου. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι που επιδιώκουν την αναγέννηση του Είδους μας, έχοντας αντιληφθεί γιατί αυτή η αναγέννηση δεν επιτεύχθηκε με τη γέννηση του Ελληνικού Κράτους. Η αιρετικότητά τους είναι γεμάτη με Ελληνικές έννοιες. Γνωρίζουν την δύναμη του «δηλητηρίου» της Αρχαιότητας, γνωρίζουν τις κατάλληλες δόσεις και τις παρενέργειες στους κοιμισμένους. Είναι φιλοπάτριδες στερημένοι μητρικής στοργής που πασχίζουν να ξυπνήσουν στην μητριά τα ένστικτα της μητρότητας. Θεωρούν καθήκον τους να ανησυχήσουν τους κοιμισμένους και να ξυπνήσουν τους ανήσυχους.

Αξιότιμε κύριε,
Απ’ όσους με διάβασαν ως τώρα, οι πιο πολλοί αμφισβήτησαν. Λίγοι είναι εκείνοι που αισθανθήκαν την ανωτερότητα του αντικείμενου και το ασπάστηκαν, όμοιοι και διαφορετικοί. Ελάχιστοι κατάφεραν να βρουν το πέρασμα προς την κλασική διάσταση της γνώσης - ζωής.

Αποζητώ πλέον φίλους. Είναι δυσεύρετοι οι σωστοί φίλοι. Πρέπει όμως το φαρμάκι/φάρμακο να φτάσει στα κατάλληλα χεριά. Έτσι συμβαίνει στους δύσκολους καιρούς: οι λίγοι υγιείς γιατρεύουν τους πολλούς νοσούντες. Ευτυχώς όμως, το ξύπνημα από την πνευματική νάρκη παρότι είναι κάτι που επεδίωξαν πολλοί, λίγοι το συνειδητοποιούν.

Το θεωρώ τιμή να με διαβάσετε.
Με ελπίδα κατανόησης

Αντώνης Αργύρης.

Mail: aargjiri@yahoo.com


ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΑΛΩΣ Φ»
Τηλέφωνο: 210 6010606. Τηλεμοιότυπο: 210 6012107
Ηλ. Διεύθυνση: talosf@talosf.gr
Διεύθυνση: Ευκαλύπτων 25. 15323 Αγία Παρασκευή. Αθήναι



2.Δια-Λογοι με το Διόνυσο - Αντώνης  
Αργύρης 2010

Σήμερα, λόγω της έφεσης του κοινού για καθετί το «Αρχαίο», γίνεται μια ενθουσιώδης προσπάθεια συγγραφής δοκιμίων-κειμενων με διάθεση αρωγής στην κατανόηση/αναβίωση της Aρχαίας χρυσής εποχής. Η αλλοίωση που έχει υποστεί η συνείδησή μας, όμως, την καθιστά ανίκανη να βιώσει αυτό τον κόσμο. Για τη μετάβαση αυτή, καθότι φαίνεται, δεν αρκούν η εκπαιδευτική και η συναισθηματική προετοιμασία. Η μετάβαση στην αναγνώριση του "Ζώου" που κρύβεται στα εσώψυχα μας, αυτού του ζώου-Δαιμονα που γνωρίζει τα πάντα και μας μεταφέρει στα Θεία, μετά την λογική συνειδητοποίηση της πνευματικής μας κατάντιας, συνεπάγεται τη λειτουργία των ενστίκτων. Τα ζωώδη ένστικτα, αυτά που έχουν μείνει ανέγγιχτα, μόνο ο Διόνυσος δύναται να τα τιθασεύσει. Στην ικανότητα του συγγραφέα να συνδέσει τους δύο αυτούς κόσμους μέσα μας, μέσα από ένα πραγματικό "γεγονός-σημάδι", αναγνωρίζουμε αδιαμφισβήτητα μια νέα Αρχή, ίσως τη γένεση μιας Τραγωδίας.

Είναι η αναγέννηση της παλαιάς "επιστήμης", της καθαρτικής Τέχνης που θα λέγανε οι Γνώστες. Αυτής της τέχνης που μετά από μια αφύσικη γέννα μετατράπηκε από μαρμάρινη σοφία σε ορθή δόξα + αληθινή γνώση, τα οποία όπως ήταν φυσιολογικό μεταλλάχτηκαν σε εύπιστο δόγμα-θεολογία και άψυχη ερευνητική ικανότητα - επιστήμη. Τα τέρατα αυτά, αφού διέλυσαν την ιερή γνώση, χώρισαν και τον άνθρωπο στα δύο, προσπαθώντας το καθένα να εξυπηρετήσει το μισό της ύπαρξης που του αντιστοιχεί, χωρίς να νοιάζονται αν υπάρχει αρμονία μεταξύ γνώσης και πνεύματος, μεταξύ ψυχής και σώματος. Μοναδικό τους μέλημα ήταν να κρατάνε τα βλέμματα των πιστών και των ερευνητών μακριά από την πηγή τους, το "Ελληνικό Δαιμόνιο". Νιώθουν ότι η ΠΑΙΔΕΙΑ αυτή είναι ικανή ως δια μαγείας, με ένα Ελληνικό μάντεμα, ένα Δελφικό βλέμμα, να αντικρίσει καθαρά το μπρος και το πίσω, να μηδενίσει την προσπάθεια αιώνων των άστοχων ασκητών και των άψυχων ερευνητών.

Ο συγγραφέας μάς λέει: «Τα στηρίγματα της ζωής βλέπει η αιρετικότητα μας με το τρίτο μάτι και απορεί: Γιατί η επιστήμη στέγνωσε την πνευματική τροφή; Γιατί η θρησκεία φυλάκισε την πίστη στην γνώση; Γιατί η Τέχνη μετατράπηκε από αφέντρα σε δούλα; Πού πήγε η μαγεία του θεάτρου; Που πήγε η γνώση που έθρεφε την ζωή; Πώς να δω την Αρχαιότητα; Πώς να μάθω το ζώο μου να βλέπει πέρα από τα οράματα των επιστημών και το πέπλο των πιστών, πέρα από το χρόνο;
Δυστυχώς χάλασε ανύποπτα η υγεία του είδους μας, αλλά ευτυχώς λίγους από μας μας διακατέχει ακόμα ο γνωστικός έρωτας και θέλουμε να ερωτευόμαστε όχι με την επιστήμη αλλά με την ζωή. Θέλουμε το ένστικτο της ζωής να υπερέχει αυτού της επιστημονικής έρευνας, για να θέσει η ίδια η ζωή την έρευνα προς όφελος της ομορφιάς μιας ανώτερης αντίληψης.
Θέλουμε τους εργάτες της τέχνης να επιδιώκουν αντί-επιστημονικές αρετές για να αποκτήσουν το γνωστικό θάρρος να ειρωνευτούν το πατριαρχείο της επιστήμης και όχι μόνο. Τους θέλουμε να εξυπηρετούν το βασικό τους καθήκον: την κάθαρση από την αβεβαιότητα της σημερινής έρευνας και από το ζυγό του δογματικού περιορισμού.
Είμαστε πια Ελληνικοί και κάνουμε διά - λόγο με τον Διόνυσο, γιατί μάθαμε να σκεπτόμαστε γνωστικά. Θρέφουμε την γνώση με την παλιά πίστη και την ζωή με ανώτερη γνώση. Θέλουμε την σκέψη που επεκτείνει τις αισθήσεις, γιατί ποθούμε την ανάπτυξη της διαίσθησης. Ζητάμε από την έρευνα να θρέψει τον γνωστικό μας οργασμό γι'αυτό κυνηγάμε με λύσσα το πνεύμα που ευχαριστιέται από το ένστικτο που έμαθε να λειτουργεί.
Έχουμε ένα ελάττωμα: ξέρουμε τι λέμε. Κι ένα άλλο: δεν τα λέμε όλα. Όταν λέμε Αρχαιότητα,Παιδεία, γνώση, λογική, συνείδηση, νου, πνεύμα, χώρο, χρόνο αναδιπλώνουμε τον εαυτόν μας για να γευτούμε την αληθινή τους έννοια. Όταν λέμε ψυχή, εννοούμε κάτι «χειροπιαστό», αποκλειστικά δικό μας, που με τις διαταγές του Είναι, επεκτείνεται στους κήπους της γνώσης, στο άπειρο σύμπαν. Όταν λέμε σοφία λύνουμε ένα ακόμα αίνηγμα που μας θέτει η ζωή, γι'αυτό έχουμε πιο πολιτισμένη άποψη όσον αφορά την γνώση από τους «παντογνώστες» της πληροφορίας και τις κινούμενες βιβλιοθήκες.»
Έκδοση Α'. Χρονολογία Α' Έκδοσης: 2010
ISBN 978-960-6879-07-4


1.Η σκουριασμένη θύρα - Αντώνης Αργύρης ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΩΔΩΝΗ» 2005

Ο συγγραφέας μάς λέει:
…Να πονάς μεγαλώνοντας. Εμείς που ζούμε έξω απ΄τα σύνορα, έξω απ΄τη θύρα του ελλαδικού τρόπου σκέψης και νιώθουμε τα κύματα της επέκτασης – συρρίκνωσης της, όχι απλά σαν φυσική πραγματικότητα, αλλά σαν σύνορα ζωής, νιώθουμε και τα κύματα μιας άλλης πνευματικότητας που μας σπρώχνει προς τον αφανισμό. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να δούμε την Αυτογνωσία σαν θεϊκό βάλσαμο, σαν λύτρωση απ΄την πολύπλευρη ιστορική αμνησία μας;
Να χτίσεις ένα δικό σου τρόπο σκέψης, να βλέπεις σύνορα πέρα απ’τα σύνορα , θύρες πέρα απ’τις θύρες, περάσματα πίσω απ’τα περάσματα, να ζεις μέσα σε μια συνείδηση που σε περικυκλώνει από παντού και σε σπρώχνει με ύπουλη μεθοδικότητα, προς την ομοιότητά σου πέρα απ’τη θύρα, προς ποιά ομοιότητα!; Να αντιστέκεσαι; Πόσο να αντιστέκεσαι; Όταν δεν ανήκεις ούτε στην ελληνοφάνεια, ούτε στην ελλαδικότητα και ζεις βυθισμένος μέσα στην ελληνομανία σου αναζητώντας σύνορα σκέψης, σύνορα πίστης που είναι αποκλειστικά δικά σου και να υπάρχεις μέσα σε μια άγρια διαφορετικότητα, χωρίς να δείξεις ότι είσαι διαφορετικός! Αυτή είναι μια άγρια ομορφιά, προπαντός όταν υποκρίνεσαι σε μια τέτοια διαφορετικότητα. Μολαταύτα υπάρχεις, θωρακίζοντας ολόκληρο τον συναισθηματισμό σου. Τίποτα το αληθινό δεν βγαίνει έξω απ’τη θωράκισή σου. Να βλέπεις το μίσος της αγριότητας να πέφτει πάνω στα ιδανικά σου και εσύ να γίνεις θεατρίνος για να επιβιώσεις, να προφυλάξεις τα ιερά και τα όσιά σου, ακόμα και την αδιαφορία της ομοιότητας, να είσαι ένα σύνορο πέρα απ’τα σύνορα και αυτό να μην το ξέρει κανείς. Να έχεις παντα κολλημένη μια μάσκα πάνω σου και να μη τη βλέπει κανείς, ούτε και οι πολλοί ομοιοί σου. «Ζούμε σε μια πολυπολιτισμικη κοινωνία.», έτσι λένε και οι όμοιοι και οι διαφορετικοί. Και μια θαμμένη οικουμενικότητά που ουρλιάζει μέσα σου και αναζητάει την ανάστασή της, τι να την κάνεις;
Να ζεις πέρα απ’τη θύρα και να πονάς όμοια με τη θύρα. Ο πόνος της θύρας να είναι και δικός σου πόνος, γιατί έμαθες να γεύεσαι τον πόνο ακόμα κι όταν δεν υπάρχει το ορατό αντικείμενο του πόνου. Να ζεις πέρα απ’τα σύνορα και να έχεις την ικανότητα να επεκτείνεις τα σύνορα του πόνου σου. Να νιώθεις τον χαμό των προγόνων σου και τη γεύση του πόνου που άφησαν πίσω τους σαν ιερή κληρονομιά και να πορεύεσαι μ’αυτή τη γεύση στο στόμα μέσα στον άπειρο χρόνο. Να διαλέξεις μέσα σ’αυτό το «σκότος» το μεγαλύτερο πόνο για να πονέσεις περισσότερο. Να βλέπεις τον πόνο του Προμηθέα σαν δικό σου πόνο, τον πόνο του Οιδίποδα, του Σωκράτη, των αντι-Σωκρατικών σαν ζωντανό πόνο. Νιώθωντας τέτοιους πόνους ανυπόφορους, μαθαίνεις να μην πονάς πια, έχεις γίνει έτσι, ένας αυτογνώστης του πόνου σου.
Να ζεις πέρα απ’τη θύρα, να ζεις μέσα στη θύρα του ψυχισμού σου, να πονάς για χαμένες ομοιότητες και πέρα απ’την ορθολογικότητ τη φαινομενικότητας να γεύεσαι το Ελληνικό Άσμα, να γεύεσαι έναν κόσμο πνευμάτων όπου «οι μάγισσες» χορεύουν τους κυκλικούς χορούς της Αλήθειας και αυτό να μην το βλέπει ούτε η θύρα, ούτε η «πρόοδος» πέρα απ’τη θύρα.
Τώρα πια ό,τι κάνουμε, ό,τι σκεπτόμαστε, ό,τι ονειρευόμαστε συνδέεται με τη θύρα. Αυτή μαζεύει τους καημούς, τα παρακάλια, τις κατάρες και όλες τις στραβομάρες μας. Μετατράπηκε σε κάτι σαν θύρα ναού, αλλά κανείς δεν αναγνωρίζει την ιεροσύνη της.
Πάντα στο σημείο που χωρίζονται δυο κόσμοι βρίσκεται μια ονειρεμένη πραγματικότητα: ένα τέλος και μια αρχή, ίσως το τέλος μιας σκέψης και την αρχή ενος ονείρου, ίσως το τέλος ενός ονείρου και η αρχή ενός μύθου. Αν δεν ήταν έτσι δεν θα υπήρχε ο χωρισμός, δεν θα υπήρχε ούτε η σκουριασμενη θύρα. Πάντα σου προσφέρει άφθονο χρόνο αναμονής μπροστά της και συγχρόνως όλα εκείνα τα πειράγματα που σε αναγκάζουν να βάλεις τη σκέψη στην υπηρεσία του ονείρου και το όνειρο στην υπηρεσία της έρευνας...
Η θύρα οφείλει τη σημαντικότητά της στο τέλος ενός μακρόχρονου ονείρου. Όποιος έμαθε να «βλέπει» μέσα του, καταλαβαίνει ότι μια θύρα χωρίζει το όνειρο απ’το μύθο. Αυτός ο διαχωρισμός, αυτή η καταραμένη θύρα που υπάρχει σαν ειρωνία της λογικότητάς μας, σου λέει : «Είσαι καταδικασμένος στη διαφορετικότητα, στον αφανισμό, στη διχόνοια, δεν μπορείς να ονειρευτείς σκεπτόμενος, ούτε να σκεπτείς ονειρευόμενος, αν δεν περάσεις απο εμένα. Έτσι θα μείνεις για πάντα, ονειροπόλος της ιστορικής σου άγνοιας. Πού να’ξερε η θύρα ότι εμείς είχαμε μαθει ν’ανοίγουμε παράνομες θύρες σαν παιδιά ενος παράνομου κόσμου που ήξερε να βλέπει ακόμα και την αθώα ειρωνία της με παράνομη ματιά.....
Τώρα που κάνω τα πρώτα βήματα της Ελληνικότητάς μου, γεύομαι τη ζωή με μια άλλη νοστιμιά. Πατάω ανάλαφρα το χθεσινό κέλυφος της ελληνοφάνειάς μου για να μην την πληγώσω, την θέλω κι αυτή να σερνεται πίσω μου, για να μου δείχνει το μεγάλωμά μου. Ακόμα είμαι μικρό παιδί που δεν απόκτησα την ανδρειοσύνη να σκοτώσω συνειδησιακά συμπλέγματα. Έμαθα μόνο να χαϊδεύω μεγαλεία. Γράφω πάνω στο πέπλο της ελληνοφάνειάς μου όλες τις διαφημισμένες αβεβαιότητες: ψυχολογία, ψυχανάλυση, χριστιανική μεταφυσικότητα, άψυχη προοδευτικότητα, διαδύκτιο, ποιητική δημοσιογραφία... κρύβοντας προσωρινά μια θεϊκή λατρεία, έναν Όλυμπο. Πολλά είδε το μάτι μου, αλλά πριν δει όλα αυτά, είχε δει με άλλο μάτι την παραδοσιακή φορεσιά της μάνας, τα πεντατονικά ηπειρώτικα μοιριολόγια , έχει μάθει να λατρεύει τις Ελληνικές λέξεις σαν μικρές θεότητες. Όλες οι χθεσινές γεύσεις που μου χάρισαν οι αισθήσεις μου και η πολύχρονη μάθηση-παρακολούθηση, μοιάζουν σαν αγελική τροφή που σήμερα προκαλεί αηδία. Όλα τα πνεύματα που κολλήσανε πάνω στα αισθήματά μου, σήμερα μου προκαλούν εμετό. Τι ευλογία! Να ανατρέφεσαι σαν άγνωστος ευγενής μέσα σε μια αναγνωρισμένη κατάντια.
Σαν ο αδιάβαστος, ο ανιστόρητος, ο παράνομος της ιστορίας που έμαθα να μυρίζω την ιστορικότητά μου με το αίσθημα του ναυαγού που πνίγεται στη θάλασσα της κατάντιας του και πιάνεται από ένα ψεύτικο φεγγάρι για ν’αποκτήσει το ανθρώπινο δικαίωμα να υπάρχει μου μοιάζει ο εαυτός μου και σάμα θέλει να περισώσει τα τελευταία απομεινάρια μιας ράτσας που σβήνει.
Εγώ ο αμύητος, ο στερημένος, που έμαθα να μυρίζω τη μοίρα μου με την αίσθηση του διψασμένου μέσα σε μια έρημο, έμαθα να πιάνομαι απ’τα σύννεφα, απ’τα πνευματικά μου νεφελώματα για να κρύψω τον Ήλιο μου. Μόνο έτσι απόκτησα το «ανθρώπινο δικαίωμα» να υπάρχω. Αυτό το ονόμασα νομιμότητα και τον εαυτό μου γεφυρωτή για να χτίσω μ’αυτό ένα πέρασμα, μια γέφυρα, κάτω απ’την οποία ρέει φουρτουνιασμένα το ποτάμι της μοίρας μου και πάνω της περνάνε ατελείωτες αμύητες σάρκες που μιμούνται μια ομογένεια για να κρύψουν ένα αυτογενές μίσος στο δικαίωμα ενός περάσματος, μιας επιβίωσης. Πόσο θα ήθελα η μοίρα να γκρεμίσει τη γεφύρωσή μου και μαζί μ’αυτή και κάθε ψευτολογία που συντηρεί τα μίση, τις διαφορετικότητες, σκοτώνοντας ομοιότητες. Η οχλοκρατική αντίληψη του δικαιώματος, δυστυχώς, ζητάει και αυτή την επιβίωση. Το ήθελα για λίγο αυτό το «έγκλημα», κι ας ζεματούσε ο Ήλιος της Ερημιάς μου το μίσος πάνω στην Ελληνική Σαχάρα...
.....Βλέπω την πορεία μου στο χρόνο μπαινοβγαίνοντας απ’τη θύρα. Ήρθα απ’τον κόσμο του άθεου υλισμού γεμάτος απορίες και ερωτηματικά. Πέρασα τη θύρα της αβεβαιότητάς μου και έκανα μια στάση στον ελληνορθόδοξο κόσμο. Έμαθα να ξεφορτώνω μέρος απ’τα βαριδια του χτες μου, εκείνα τα λιγοστά, τα φτωχά, χωρίς να καταλάβω, όμως, φορτώθηκα άλλα, πιο μεγάλα, πιο πλούσια, πιο δυσνόητα. Τότε αναζήτησα την άλλη θύρα. Την βρήκα μέσα στο σκότος μου, την άνοιξα και θαμπώθηκα. Εκεί ξεφόρτωσα όλα μου τα βαρίδια, τα μικρά και τα μεγάλα. Ελάφρυνα τον εαυτό μου απ’τα βαρίδια του σκεπτικισμού, απ’την αμφισβήτηση, απ’την ταπεινότητα της χθεσινής μου κουταμάρας. Το γήινο πνεύμα έφυγε από πάνω μου και ένα ουράνιο με κατάκτησε ολόκληρο και με ύψωσε εκεί που αναζητούνται ταυτότητες. Όλα τα χτεσινά μου φαίνονται τιποτένια. Τα ιδεολογήματα, τα δόγματα και οι επιστήμες έχασαν τη λαμπρότητά τους. Εκεί ψηλά, στο Ελληνικό βουνό της Γνώσης είδα να πηγάζουν όλες οι αλήθειες και οι αντι-αλήθειες, εκεί η ανησυχία μου συνάντησε την πίστη στον εαυτό της και η ψυχή μου μετατράπηκε σε ένα «κομμάτι» του ουρανού, χορεύοντας κυκλικά, χέρι χέρι με τη μοίρα της.
Βλέπω τους ομοίους μου μέσα στο βόλεμά τους, κάποιους να έχουν ασπαστεί το δόγμα και να το θεωρούν αυτό μεγάλο κατόρθωμα, μια μοντέρνα ομοιότητα, άλλους να έμειναν απροσδιόριστοι, περιπλανούμενοι ανάμεσα στον αθεϊσμό τους, στο δόγμα και τη θέληση για ύψωμα. Άλλοι, αβοήθητοι, έμειναν έτσι όπως ήταν: ανίκανοι να υψώσουν το πνεύμα τους πέρα απ’το «θαύμα» του υλισμού τους, έμειναν καταναλωτές, τους κέρδισε το επάγγελμά τους. Δεν μπορούσαν να μετατρέψουν την ψυχή τους σε οδηγό-εργαλείο-θεό.
Είναι δύσκολο ν’ανοίξει κανείς τέτοιες θύρες να σπάσει κληρονομημένες ισοροπίες και να κουβεντιάσει με τα μέσα του. Είναι σαν να κουβεντιάζεις με το Σωκράτη, με τον προσωκρατικό και με τον μετασωκρατικό Έλληνα. Είναι κι αυτός ένας άθλος, ένα διαρκές ανέβασμα που το πνεύμα σαν από «μηχανής θεού» αρνιέται όλες τις αληθοφάνειες, μέχρι που συναντάει αληθινές αλήθειες. Κάπου εκεί παραδίδει τα «όπλα» της χτεσινής του αντίστασης για ό,τι θεωρούσε «παράλογο».
Βλέπω τους ομοίους μου, βουτηγμένους στο σκότος και λέω στον γνωστό, πια, Εαυτό μου: Τι κρίμα και τι όμορφη περηφάνια που η Ρίζα μου βρίσκεται τόσο ψηλά, στο Ολύμπιο Βουνό των Όντων...


Το μέτρο των πάντων. Καθόμουν μια μέρα μπροστα στη θύρα μου με τα μάτια στραμένα προς τα μέσα και μάντευα τον κληρονομημένο ψωροκοστιανισμό μου, την κατάντια, την μετριότητα και τα χαμένα μεγαλεία ενός γένους... Μπρόστα στη θύρα όλα ήταν όμοια. Έμοιαζαν τόσο πολύ μεταξυ τους, όσο η φαινομενικότητα με τον υλισμό, είχαν όλα το μέτρο τους και με αυτό μετρούσαν την ομοιότητά τους. Τίποτα δεν τους ενοχλούσε και αυτό το «τίποτα δεν τους ενοχλούσε» το θεωρούν μαγεία της ζωής!
Μόλις πέρασα τη θύρα το μέτρο άλλαξε και η διαφορετικότητα άπλωνε τη μαγεία της πάνω στα πράγματα. Τα μέτρα, οι μετρητές και τα μετρήματα ήτανε διαφορετικά. Ο ψυχισμός και η πνευματικότητα μιλούσαν τη γλώσσα τους και έπλαθαν το μέτρο της μαγείας τους. Η ζωή μάθαινε να μετράει τον εαυτό της.
Μα τι γίνεται πίσω από αυτή την καταραμένη θύρα, πέρα από αυτό το μυστικό πέρασμα! Γιατί όλα αλλάζουν το μέτρο τους; Οι σκουριασμένες συνειδήσεις, ο μουδιασμένος τρόπος σκέψης, οι μετριότητες τρέμουν μπροστά σε αυτό το νέο μέτρο που έμαθε να μετραεί τον εαυτό του. Όλα τα Όντα άλλαζουν ταυτότητα, πετάνε πέρα τη σκουρία του χρόνου, τη μούχλα του σκότους και βαπτίζουν τον εαυτό τους με άρωμα αλήθειας. Η ζωή αρχίζει να μοσκοβολάει σαν τον «παλιό, καλό καιρό» εκείνο τον πολύ παλιό... Μοίαζει σαν η ίδια η ζωή να μετράει τα καμώματά της πάνω στην Γη, τις κατάντιες, τις μετριότητες και τα χαμένα μεγαλεία της. Σαν τη στρούγκα του τσομπάνου μοιάζει αυτό το πέρασμα, όπου τα γαλάρια περνανε να αρμεχτούνε και τα στείρα μένουν έξω να χαίρονται την στειρότητά τους. Έτσι μοιάζει αυτό το αινιγματικό πέρασμα προς την Ελληνικότητά μου.
Ε, ρε μυστικά περάσματα της Μοίρας μου ! Ε, ρε αιώνια καθήκοντα! Τι θέλετε και με τυραχνάτε τόσο πολύ; Ένα απλό μάντεμα έριξα πρός τα πίσω και πίσω είδα μπρός. Παιδι μεγαλωμένο μέσα στον υλισμό που το έμαθαν να μισεί κάθε πνευματικότητα ήμουνα μέχρι που αυτοδιδάχτηκα ν’ανοίγω τη θύρα μου. Είχα μάθει να μετράω τα όντα με το μέτρο που μου έδωσαν οι «εκλεκτοί». Ποτέ δεν είχα δικό μου μέτρο. Ακόμα και τη ζωή τη μετρούσα με δανεικά μετρα. Έμοιαζε και αυτή να ήταν δανεισμένη.
Ευλογημένη να είσαι ω καταραμένη θύρα που με έμαθες να μετράω τον εαυτό μου, τα Όντα, τον κόσμο. Με έμαθες να ονειρεύομαι πέρα από το χθεσινό μου όνειρο, μ’έμαθες να ονειρεύομαι καλά, δυνατά, με το δικό μου βλέμμα. Με έμαθες να μετράω μεγαλεία μέσα σε κατάντιες και κατάντιες περασμένων μεγαλείων, μ’έμαθες να χτίζω ξανά το σκοτωμένο μου όνειρο.
Μια ανήσυχη ψυχή και μια ησυχασμένη καρδιά ανάμεσα σε πνεύματα είδα μέσα μου όταν πέρασα τη σκουριασμένη θύρα που με ταλαιπώρησε τραγικά επι δεκαετίες όπως ταλαιπώρησε χιλιάδες ανήσυχες ψυχές που πάτησαν την ίδια γή με μένα, περασμένους καιρούς και απεγνωσμένα αναζητούσαν τα σκουριασμένα κλειδιά ενός μυστικού περάσματος που θα τους οδηγούσε στην Ελληνική Σκέψη, όμως δεν μπόρεσαν γιατί είχαν μείνει άφθαρτες πάνω τους μόνο Ελληνικές λέξεις, όλα τ’άλλα μέσα τους έχουν αλλάξει το μέτρο.
Σε ευγνωμονώ, ω σκουριασμένο πέρασμα που με έμαθες να βλέπω τον κόσμο με τα δικά μου μάτια, να βλέπω λιβάδια μέσα στης ερημιές και φως μέσα στα σκοτάδια. Με έμαθες να περπατώ με τα δικά μου πόδια και η γη να γεύεται το περπάτημα μου.

Ω αμέτρητη αξια που καταστρέφεις μετριότητες,
ω άμετρο μέτρο τον αξιών,
ω μέτρο των πάντων,
ω άνθρωπε που αυτογνωρίστηκες,
ω ουράνια Αλήθεια!
Πώς άνοιξες έτσι τις θύρες του χτες
να μπει μέσα το άρρωστο σήμερα.
Πώς είναι έτσι πισω από τη θύρα!
Τωρα αγαπάω και την κατάντια μου.
Είναι μέσα της η κληρονομημένη ψωροκωστιανικότητα μου.
Είναι η αιτία της απόγνωσης, του ξεριζωμού.
Είναι το ζωντανό δείγμα του ιστορικού χθες, του πολύ χθές μου.
Το αγγίζω, το χαϊδεύω, ολόκληρο το χθες μου.
Είναι μέσα του ένα κομμάτι μου.
Είναι μέσα μου ένα κομμάτι του και του λέω:
-Μη στενοχωρίεσαι, όλα θα περάσουν,
στον κύκλο της αιώνιας Αλήθειας υποτασσόμαστε όλοι...


Εμείς που συνηθήσαμε να ανοίγουμε τη θύρα μας, που μάθαμε να βλεπουμε και το Σωκράτη με τα μάτια μας αναρωτηθήκαμε ποτέ πότε θα αναγκάστουμε να δούμε εμάς τους ίδιους σήμερα, τώρα, με τα μάτια του Σωκράτη; Δεν οφείλουμε να το κάνουμε αυτό το «αμάρτημα» έστω για λίγο δίχως τρόμο και δίχως απέχθεια, σαν να κοιτάμε τα σπλάχνα και κάτι άλλο μέσα μας πιο βαθιά και από αυτά -την ίδια την ψυχή μας; Ξέρετε πιο είναι το εμπόδιο σε αυτή την «τρελή» πράξη; Ο Χρόνος και τα πνευματικά σκουπήδια που αυτός μας φόρτωσε. Αν μάθουμε, ή καλύτερα αν μας εκπαιδέυσουν, να αφαιρέσουμε αυτό το εμπόδιο, θα δούμε τον τρόμο με τα μάτια μας και τον εαυτό μας με τα μάτια του Σωκράτη. Αναρωτίεμαι: Γιατί μελετάμε τα ειρωνικά του καμώματα – λεγόμενα όταν δεν του επιτρέπουμε να μας δεί για να κρίνει την πτώση μας που ξεκινάει ακριβώς απ’τις μυστηριακές πράξεις του, από μια ανήθικη θέλησή του.Θα του επιτρέψουμε άραγε να μας κοίτάξει καμία άχρονη μέρα απευθείας στα μάτια και να του κάνουμε μια ερώτηση: Γιατί τα έκανες αυτά; Γιατί τα είπες αυτά;
Ετσι απλά, με θάρρος και αντρεία, χωρίς να τρέμουν τα γόνατα μας. Δεν είναι δικός μας Παππους; Δεν κάνει αυτή την ερώτηση ένα παιδί στον πατέρα του όταν αυτός κάνει ένα μοιραίο λάθος; Αλλά τι λέω; Που να βρούμε εμείς σήμερα Αισχύλιο θάρρος και πρόσωκρατική αντρεία για τέτοια άγρια κοιτάγματα; Εμάς δεν μας επιτρέπουν «τα ανθρώπινα δικαιώματα» να κοιτάξουμε την απανθρωπιά μας στα μάτια. Τι λέω ο βλάκας;! Πού έχουμε εμείς τέτοια γερά στομάχια, μας πνίγει ο ίλιγγος από τέτοια κοιτάγματα. Τα μάτια μας σήμερα προορίζονται να δουν λουσάτες οθόνες, γυαλιστερές χυδαιότητες και περιποιημένα μπούτια.
Πολλές φορές φαντάστηκα να είχα γεννηθεί 2500 χρόνια πρίν, μέσα στην ανεκτικότητα του τότε Ελληνηκού κόσμου, οπλισμένος με την σημερινή πονηριά και τη δίψα για Ελληνικότητα. Θα είχα σκοτώσει τον Σωκράτη από την πρώτη δημόσια εμφάνιση του για να μείνω στην ιστορία ως ο ανώνυμος εγκληματίας που μισούσε την επιστημονικοποίηση της ανθρωπότητας, που μισούσε τη βιολογική αλλαγή της Ελληνικής Σκέψης, γιατί λάτρευε την συντήρηση ένος μεγαλείου.
Μπορούμε να ταξιδέψουμε ζωντανά στην ιστορία αφαιρώντας από πάνω της το φορτίο της χρονικότητας, να μείνουμε έστω και για λίγο γυμνοί, έχοντας πάνω μας μόνο το αληθινό αίσθημα της διαχρονικότητάς της και να ξανασκοτώσουμε σήμερα το Σωκράτη – το θεό της επιστήμης και της θρησκείας;
Πόσο οφείλουμε να πάρουμε το παρελθόν, να το βάλουμε στο παρόν για ν’αποκτησουμε μέλλον!;
Τρία κομμάτια έχει γίνει το παρελθόν μας: ένα Ελληνικότητα που κατακρεουργείται από τα σημερίνα αγρίμια της σκέψης, το άλλο ένα ομοίομα της Ελλήνικότητας που φροντίζει την ύπουλη δράση του προηγούμενου και το τρίτο ελληνοφάνεια που με την αθωότητά της συντηρεί και τους μεν και τους δε. Πόσο βαρύ καθήκον έχει η σημερινή διανοια να διαλέξη ανάμεσα στα τρία παιδιά της τον καλύτερο απόγονο για να τον παρουσιάσει στην έκθεση της μελλούμενης ταυτότητάς της! Υπάρχουν ανάμεσα μας ακόμα και σήμερα κάποιες ξεχασμένες υπάρξεις που βλέπουν την Ελληνικότητα και τα ομοιώματα της με την διαίσθηση του τσομπάνου ή καλύτερα του «ζώου» που μυρίζει από μακρία το δικό του, το ξένο, το καλό και τον κίνδυνο. Μήπως πρέπει να τους ακούσουμε και αυτούς με τις έντονες αποθηκευμένες συνηθειες του παρελθόντος;


Το βασικό ένστικτο που ξύπνησε. Άνοιξα τη θύρα, είδα την ορμή της αυτογνωσίας να με πνίγει και αναγκάστηκα να φτιάξω ξανά τη «θεατρική» μου παράσταση. Η σκηνή άρχισε . Τίποτα δεν είχε αυτού μέσα : ούτε παιδεία, ούτε διάβασματα, ούτε ακούσματα. Μόνο θολό βλέμμα και ζωή, άφθονη κατανάλωση ψυχικής ενέργειας. Όλα λειτουργούσαν άψογα μέσα στο ψυχικό σκότος. Τι να πω περισσότερο; Ποιός μ’αφήνει να πω τίποτε άλλο; Μήπως ξέρουμε να μεταχειριζόμαστε το βασικό ένστικτο προς όφελος της γνώσης; Μήπως ξέρουμε να δίνουμε σ’αυτό πνευματική τροφή για να το υψώθουμε στο «έδαφος» της αυτογνωσίας μας; Είμαστε φανατικά διαζευγμένοι μ’αυτή την «τρέλα» που μεγαλώνει συνειδήσεις. Παλεύουμε απεγνωσμένα να μεγαλώσουμε τον εαυτό μας εκμεταλευόμενοι το μόνο μέσο που γνωρίζουμε σαν εργαλείο γνώσης – την λογοκότητά μας. Τόσο πολύ την ταλαιπωρήσαμε αυτή την καημένη που της φορτώνουμε καθημερινά καθήκοντα που δεν της ανήκουν. Και την πνευματικότητα και την ψυχική έρευνα και τους «παράξενους» στοχασμούς της σοφίας, τα έχουμε αναθέσει στην ορθολογικότητά μας. Μοιάζει ο εαυτός μας, η εσωτερικότητά μας σαν μια στείρα, ακαλλιέργητη γη απ’την οποία αναζητούμε όλο και περισσότερη παραγωγικότητα, χωρίς να έχουμε μάθει να την φροντίζουμε, να τη χαϊδέψουμε.
Πού πάει ο νους μας όταν ακούμε αυτή την αμαρτωλή λέξη – βασικό ένστικτο. Δεν πάει εκεί που μας μάθανε τα τελευταία χρόνια, σε κάποια σεξουαλική χυδαιότητα, σε κάποια ηθική απροσδιοριστία ή σε κάποια πνευματική διχόνοια; Γιατί δεν μας οδηγεί στα υπαρξιακά μας προβλήματα, στη χαμένη σοφία, στην τραγωδία, στην κάθαρση, αφού το βασικό ένστικτο για τον Έλληνα ήτανε η «γέφυρα» προς την αναγνώριση της ζωής; Στην αιώνια πορεία μας χάσαμε την έννοια του βασικού ενστίκτου και αυτομάτως χωριστήκαμε απ’αυτό που είμαστε προορισμένοι απ’τη μοίρα, έτσι μείναμε κυνηγώντας με εκείνη τη χαρακτηριστική αθωότητα του ορθολογιστή ένα δογματικό ιδεολόγημα ή ένα ιδεολογικό δόγμα ή μια αναλυτική αφυσικότητα σαν τις μεγαλύτερες αξίες της ζωής, χωρίς να αντιληφθεί το ένστικτό μας ότι έτσι μένουμε χωρισμένοι απ’την ίδια τη ζωή.
Η ψυχανάλυση μας διδάσκει πολλά σπουδαία πράγματα,- λέει σήμερα η αθωότητά μας, ξεχνώντας ότι της ξέφυγε ένα «μικρο» καθήκον: να μας μάθει τον τρόπο πώς να χρησιμοποιούμε το «λίμπιντο» για να σκοτώσουμε την ψυχική μας αθωότητα, την ενστικτώδη κοίμισή μας. Γιατί δεν μας μαθαίνει η ψυχανάλυση τη μεταχείριση του βασικού ενστίκτου προς όφελος της πνευματικής μας ανόδου; Μα τι λέω, δεν μπορώ να ξεκοπώ απ’αυτή την αθωότητα. Η ψυχανάλυση δεν έχει αναθέσει στον εαυτό της τέτοιο καθήκον. Αυτές οι «τρελές» αθωότητες είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της. Αυτές τη σκοτώνουν, την εξαφανίζουν σαν τρόπο μεταχείρησης της ψυχικής έρευνας - ανάλυσης.
Αν ο Ιπποκράτης βρισκόταν σε μια ψυχαναλυτική παράσταση, θα έβρισκε πιο ενδιαφέρον να έκανε «ψυχανάλυση» στον ψυχαναλυτή παρά στον ασθενή. «Τι είναι αυτό το λίμπιντο;», θα ρωτούσε, «Γιατί βάζετε ονόματα σε έννοιες που δεν υπάρχουν, μεγαλώνοντας την ψυχική σας δυσαρμονία; Υπάχουν μόνο Αληθειες και ονόματα που «ανακάλυψαν» οι μυημένες ψυχές για να τις εκφράσουν αρμονικά. Υπάρχει υγεία, ψυχή, ζωή, γνώση. Τι τα θέλετε όλα αυτά τα βαρίδια που βάζετε στη σκέψη σας; Καλά θα κάνετε, πριν ασχοληθείτε μ’αυτά τα «μεγαλεία» σας, να φέρετε τον ασθενή σας, σε ψυχοσωματική αρμονία και να τον μάθετε να χρησιμοποιεί θετικά τη σκέψη του, να εσωτερικεύσει τη σκορπισμένη του πίστη, αλλά πριν απ’αυτόν οφείλετε να το έχετε μάθει αυτό καλά στον εαυτό σας. Αυτό είναι το «Α» και το «Ω» της ψυχικής υγείας. Τι είναι αυτή η επιστήμη που αυτοαποκαλείται «ανάλυση της ψυχής» και δεν αναλύει πρώτα την αψυχοσύνη της;»
Πού να ήξερε ο Ιπποκράτης τι μηχανεύτηκε με τη σοφία του και των ομοίων του το ανθελληνικό πνεύμα από τοτε που η αιρετικότητα πλάκωσε την ψυχική έρευνα!
Έκλεισα τη θύρα μου για να μη βλάψω περισσόττερο τον εαυτό μου με αυτή την αηδία που τη λένε ψυχανάλυση.
Αργότερα, μετά από λίγη ξεκούραση, την άνοιξα ξανά και είδα τα Όντα, κατάλαβα το μυστήριο της Ελληνικής ικανότητας να φιλοσοφεί γεωμετρικά, να δίνει ονόματα-έννοιες στα γεωμετρικά σχήματα και υσήχασα: σαν «ζώο» που προόριζε τον εαυτό του για το κυνήγι της αλήθειας, ο Έλληνας αντιλήφθηκε ότι όταν η ψυχή «κινείται» ευθεία προς την αλήθεια που αναζητουσε, διέγραφε μια ευθεία γραμμή: έστι συνελήφθη η ιδέα του πρώτου γεωμετρικού σχήματος.
Όταν η ψυχή εντόπιζε μια αλήθεια, τότε χόρευε πάνω της κυκλικά. Το σχήμα του κύκλου ήταν πια γεγονός σαν θεία αντίληψη.
Όταν μέσα σ’αυτό το κυνήγι το άθικτο ένστικτο συνέλλαβε την έννοια της Μορφής, της Ουσίας και του Θείου που μεσολαβούσε στην ανακάλυψη της αλήθειας, έδωσε θεία έννοια και στο τρίγωνο, θεωρώντας το σαν βάση των πάντων. Δημιουργήθηκε το τρίγωνο σαν καθρέπτισμα του Ανθρώπου, της Αλήθειας, και του Θείου.
Έτσι γεννήθηκαν στην ψυχή του Έλληνα οι γεωμετρικές έννοιες σαν τέκνα της Σοφίας του, όπως ήταν κάθε επιστημονική γνώση του, ελεγχόμενη απ’τον μεγάλο κηδεμόνα – τη σοφία του. Τότε αναγκάστηκε να τα βάλει στην πρόσοψη των Μεγάλων Μαρμάρων.
Αυτό μιμήθηκαν όλοι οι αναγεννημένοι που μάθανε να μυρίζουν, αιώνες μετά, την οσμή της Ελληνικής κλασικότητας, να γνωρίσει τη γευση που δίνουν στη Γνώση το ξυπνημένο ένστικτο.




Η βιομηχανία της σοφίας. Ανοιξα πολλές φορές τη θύρα μου πέρα απ’το όνειρο μέχρι που διαπίστωσα μια τρομερή αλήθεια: ο Έλληνας δεν παράγει πια σοφία, γιατί βλέπει την ψυχή του σαν «αντικείμενο» αναμνηστικής περηφάνειας και όχι σαν «χειροπιαστό» αντικείμενο Γνώσης! Αυτή η λέξη – έννοια τον οδηγεί πάντα προς ένα αφηρημένο πίσω ή τον ξεκόβει απ’το μπρος. Αυτή η στάση απέναντι στην ψυχή του, έιναι η στάση απέναντι στη γνώση είναι η στάση απέναντι στην ίδια τη ζωή του. Αυτή η στάση δημιούργησε για τη συντήρησή της ένα τρόπο σκέψης-πίστης που πιέζει την ενστικτώδη ικανότητα για έρευνα προς την κοίμιση ή καλυτερα προς την συντήρησή της σε μορφή λίθου.
Τώρα πια ξέρω ότι χρειάστηκε πολλή μελέτη και αντι-σοφία μέχρι μια γιγάντια «βιομηχανία» σοφίας να πάψει να παράγει. Τα ερείπιά της τα βλέπουμε σήμερα σκορπισμένα πάνω σε σελίδες κειμένων, στα «στρογγυλεμένα» λόγια μας, στη γη που πατάμε, όλα μετατράπηκανσε αντικείμενα περηφάνιας αμύητων ψυχών, αδούλευτων ενστίκτων. Σφαγιάστηκαν κεφάλια, εξορίστηκαν διάνοιες, θάφτηκαν ζωντανά πνεύματα, κατακρεουργήθηκαν κορμιά και αγάλματα για να επιτευχθεί αυτή η εξόντωση μπροστά στην οποία η κάθε γενοκτονία μοιάζει μικρή, γελεία. Όποιος έχει μπροστά του μια άχρονη, ζωντανή εικόνα ολόκληρου του χτες το νιώθει αυτό στο πετσί του.
Μήπως ήρθε η ώρα να αποκαλυφτούνε αιώνια μυστικά που η ιστορία τα κράτησε καλοσφραγισμένα στον ψυχικό μας κόσμο, στα κύτταρά μας, καθιστώντας τα πνεύματά μας ανίκανα να πετάξουν μακρια, στην ουράνια Ρίζα μας; Κάποτε Ελληνικότητα σήμαινε Γνώση πέρα απ’το άνοιγμα μιας θύρας σ’έναν κόσμο άγριας ομορφιάς. Σήμερα σημαίνει ενημέρωση σ’έναν κόσμο μαλακής πληροφορίας με κλεισμένες θύρες απ’τα ύπουλα πνεύματα που ελέγχουν κάθε βήμα της ελληνοφάνειάς μας.
Είναι δυσάρεστο ν’ανοίγεις τη θύρα σου και να βλέπεις τη Γη των ονείρων σου κατακτημένη από ένα ομοίωμά της και τότε απορείς: Ποιός μάγκας σκότωσε το όνειρο μου; Πρέπει να ήτανε πολύ αντισοφός αυτός που θανάτωσε μια σοφία. Βγαίνουν μπροστά σου Κολοκοτρώνηδες, Καραϊσκάκηδες, Καζαντζάκηδες που ζητάνε ελευθερώματα ,στην ουσία ζητάνε την απελευθέρωση του ανθρώπου απ’τον εαυτό του, ή καλύτερα την επιστροφή στον Εαυτό του. Με τα όπλα στο χέρι τους βλέπω να κυνηγάνε μια κοίμηση, όλους τους τιμώρησε η ελληνοφάνεια ... Όλοι οι μεγάλοι της ιστορίας ζητούσανε απ’τους κακομοίορηδες ν’ανοίξουνε μια σκουριασμένη θύρα για να βρούνε τον εαυτό τους. Μα πώς!;
Και ξανά αναρωτιέμαι: Πώς μπορεί ένας σκουριασμένος ψυχισμός να αυτογνωριστεί όταν η σκούρια έχει πλακώσει ακόμα και τ’όνειρό του;!
Είναι μια άγρια γοητεία το ν’ανήκεις σ’αυτόν τον «καταραμένο» κόσμο που τον έσβησε η Μηδένιση του δικού του χρόνου, μέσα στο σκότος μιας σκουριασμένης ομοιότητας; Γιατί ν’ανήκω σ’αυτό τον κόσμο που θέλει να μηδενίσει ξανά το χρόνο για να διασχίσει ξανά μια πορεία απ’τα «τάρταρα» της ανθρώπινης συνείδησης στην Ολύμπια σκέψη, περνώντας όλους τους βαθμούς της ανύψωσης του ανθρώπου απ’τη βαρβαρότητα στο μεγαλείο της ψυχής του;
Τι κριμα! Αυτή η πνευματική σκουριά, αυτή η επιδημία κόλλησε πάνω στον άνθρωπο σαν η βδελα στη σάρκα του και τώρα μαζί, αυτή και ο άνθρωπος, παρελαύνουν στις λεωφόρους του χρόνου με συμμάχους την υλιστικότητα, τον ορθολογισμό και τη λιγοστη επιστημονική απομίμηση. Βλέπω αυτή την εικόνα και λαχταράω: φυλακίζει μέσα της τα ένστικτα των προγόνων μου, τα πάθη των παππούδων μου και τους πόνους των αδικοχαμένων ομοίων μου που φυλάκισαν μια ζωή τον εαυτό τους για να μην προδώσουν ένα κληρονομημένο όνειρο. Τους έχω όλους εδώ, μπροστά μου, μέσα μου.
Διαβάζω Αισχύλο για να θρέψω το δράμα μου, αποκωδικοποιώ τον Πλάτωνα για να μάθω την τέχνη της θείας Ειρωνίας, μελετώ Αριστοτέλη για να κρυφτώ πίσω απ’την ελληνιστικότητά μου. Ρίχνω ένα βλέμμα στο βυζάντιο για να γνωρίσω μια συνέχεια που διέκοψε μια άλλη. Τότε είναι που με πιάνει η ελλήνομανία: Γιατί Μοιρα με γέννησες τέτοιον και με φόρτωσες με τέτοια ασήκωτα βάρη; Οτιδήποτε άλλο να με έκανες θα ήμουνα ελεύθερος μέσα στην αγανάκτησή μου.Τώρα ανοίγω «σύνορα» και ερευνώ όντα που κάποτε τα επιδιώκαν οι άνθρωποι που είχαν καταργήσει τα σύνορα του χωροχρόνου.
Να μπεις μέσα σ’αυτόν τον μυστήριο κόσμο που είναι αποκλειστικά δικός σου και να νιώθεις οτι κάποτε, σε παλιές εποχές, συμμετείχες σ’τα μυστικά συμπόσια, παρακολουθούσες αμήχανος τα Όντα, τα Είδη, τις Ιδέες και τώρα σαν απο «μηχανής θεού» σου παρουσιάζονται όλα μπροστά σου ανοίγοντας ένα κείμενο, διαβάζοντας σ’αυτό την τραγωδία σου, βρίσκεσαι στη σύνταξή του σαν άχρονος θεατής. Έτσι αποκτάς την υποχρέωση να διασχίσεις κουτσά στραβά μια αιώνια πορεία που φτάνει μέχρι την κατάντια σου, περνώντας από μικρασιατικές κατασροφές, κυπριακές τραγωδίες, ποντιακές γεννοκτονίες και να περιγράψεις λίγα απ’αυτά με βουβή φωνή για να μη πληγώσεις τη «πολυτέλεια» του σήμερα. Όλα από μια «ασήμαντη» αιτία: η βιομηχανία της σοφίας σκούριασε απ’το χρόνο, η ψυχική έρευνα χωρίστηκε απ’τη Γνώση.
Διασχίζοντας το χρόνο, το σκότος της εσωτερικότητάς σου, αποκωδικοποιώντας κείμενα, μυστήρια, δόγματα σου βγαινει μπροστά ο φραγμός που λέγεται αμάρτημα, ο μεγαλύτερος σύμμαχος του ορθολογισμού και του δόγματος. Αμάρτημα ν’ανοίξεις θύρες περασμένων και σημερινών συνειδήσεων. Αμάρτημα να νιώθεις την άνοδό σου όπως το μικρό παιδί νιώθει το μεγάλωμα του.
Αμαρτία να δαχτυλοδείξεις μια σκηνοθεσία που βάζει φραγμό στην «αμαρτία» της Αυτογνωσίας. Αμαρτία να εξηγήσεις τις αιτίες του παλιού και μοντέρνου ψωροκωστιανισμού σου. Αμαρτία να γευθείς τον κόσμο στον οποίο ανήκεις . Αμαρτία «ν’αγγίξεις» τα όντα, τα μή όντα, την ταυτότητά σου και αναρωτιέσαι: Γιατί μετατράπηκε η τάση του ανθρώπου για μεγάλωμα σε μεγάλο αμάρτημα; Βλέποντας μακριά στο χθες, αντικρίζεις το μεγαλύτερο «αμάρτημα» που έκανε ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του όταν έπλασε τον τραγικό άνθρωπο, τον Έλληνα και τότε ησυχάζει η αμαρτωλή σου ψυχή. Αν αυτό δεν είχε συμβεί, η λέξη αμαρτία δεν θα είχε σήμερα κανένα νόημα.
Γιατί να είναι αμάρτημα η ερεύνηση του Θεού σου; Και αν αναζητώντας τον θεό σου βρεις δύο, τρεις, τέσσερις... δώδεκα θεούς; Αυτό σίγουρα θα είναι η αμαρτία των αμαρτιών. Τότε η Ολύμπια σκέψη σε κυριεύει θάβοντας την αμαρτία σου. Αναρωτιέσαι ξανά: Μήπως αμαρτάνω και τώρα που αναζητώ πού πάει η αμαρτία μου; Γιατί εξαφανίστηκε απ’τον τρόμο της αναζήτησης;
Καθάρισα χωράφια, δρόμους αποθήκες, αποθηκευμένες συνειδήσεις, αλλά να καθαρίσεις τον εαυτό σου απ’το αίσθημα της αμαρτίας, είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα, είναι σαν να καθαρίζεις ένα μουσείο απ’τα σκουπίδια του χρόνου. Πίσω απ’τα οποία υπάρχει μια ζώσα πραγματικότητα, που ούτε φθείρεται, ούτε σκουριάζει.



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια