Ticker

6/κοσμολογία/ticker-posts

Header Ads Widget

Responsive Advertisement

Περί του συλλογικού άλλοθι των Κυπρίων

 Σάββας Π. Μαστραππάς
Ο Ιούλιος, κάθε Ιούλιος είναι σκληρός στην Κύπρο, εκκινώντας χρονικά από τον Ιούλιο του 1974, όπου η προδοσία άνοιξε την κερκόπορτα στον τουρκικό στρατό για να εισβάλει. Στοχεύοντας τους υπαίτιους της εθνικής συμφοράς, οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες και μανάδες, γονάτιζαν και έβαλαν μετάνοια ακουμπώντας τη γη, επικαλούμενες τον Θεό: «Ας όψονται οι αίτιοι». Αυτή η έκφραση ιερής αγανακτήσεως υποδήλωνε την απελπισία και ταυτόχρονα την ανθρώπινη ανημποριά για τις συνέπειες του εγκλήματος.
Κανένα δικαστήριο συγκροτημένο από ανθρώπους δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει το κακό, δεν θα επανέφερε πίσω τις ανθρώπινες ζωές που απωλέσθησαν, δεν θα ελευθέρωνε τους τόπους μας που κατακτήθηκαν εξ αιτίας της προδοσίας. Επίκληση προς τον μεγαλοδύναμο Θεό, μόνο αυτός μπορούσε. 

            Η κατάρα επαναλαμβανόταν για δεκαετίες έχοντας με το πέρασμα των ετών και την εκδημία των γεροντότερων μια φθίνουσα μορφή.
            Ταυτόχρονα με την κατάρα, από τους άνδρες κυρίως, ακουόταν επίσης πολύ συχνά μια επισήμανση, ένας δραματικός υπαινιγμός: «Τζείνοι που τα κάμασιν να τα σάσουν», εκείνοι δηλαδή που συνέβαλαν στην διάπραξη του εγκλήματος πρέπει να το επανορθώσουν.
            Ο υπαινιγμός εξέφραζε κατ’ αρχήν την πικρία και την αγανάκτηση αλλά και έθετε προ των ευθυνών τους εκείνους που οδήγησαν τον τόπο στην καταστροφή.
            Ταυτόχρονα υπήρχε στον υπαινιγμό και μια άλλη διάσταση που αφορούσε τους μη εμπλεκομένους άμεσα με την καταστροφή. Η διάσταση αυτή είχε στην αρχή μια λανθάνουσα και υπόγεια μορφή, η οποία έμελλε με την πάροδο του χρόνου να καταστεί κυρίαρχο ιδεολόγημα μέσα στον Κυπριακό λαό να ηγεμονεύσει της πολιτικής και κοινωνικής ζωής για δεκαετίες και να βασιστούν πάνω σ’ αυτό μακροχρόνιες πολιτικές.
            Η στοχοποίηση των υπαιτίων ήταν βέβαια απόλυτα δίκαιη, απέδιδε τις ευθύνες εκεί που αναλογούσαν, η λανθάνουσα όμως παράμετρος μετά τους πρώτους μήνες άρχισε να λειτουργεί ως συλλογικό άλλοθι για ένα πλειοψηφικό κομμάτι του Κυπριακού λαού.
            Το συλλογικό υποσυνείδητο βρήκε άλλοθι, «οι ευθύνες ανήκαν σε άλλους», το άλλοθι λειτούργησε ως μαξιλαράκι στην συνείδηση της πλειοψηφίας. Με ελαφράν λοιπόν την συνείδηση η «καθησυχαστική βολικότητα του άλλοθι ήταν απόλυτη και αφού οι οψόμενοι αίτιοι ήταν άλλοι, απέταξαν από τους εαυτούς τους, ταυτόχρονα και αυτόματα, και τις μελλοντικές δικές τους ευθύνες και καθήκοντα για το τι μέλλει γενέσθαι!
            «Δεν έχω ευθύνες, άρα δεν κάνω τίποτα», αυτό το εκπορευόμενο από ιερή αγανάκτηση λαϊκό ιδεολόγημα θα μπορούσε φυσικά να αλλάξει αν υπήρχε πεφωτισμένη καθοδήγηση από κάποια κομματική ιεραρχία. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, αντίθετα συγκεκριμένοι κομματάρχες επένδυσαν πάνω σ’ αυτό για ιδιοτελείς κομματικούς λόγους.
            Διαχειριζόμενοι απλά αυτό το άλλοθι οι πρόγονοι – θεμελιωτές της σημερινής κομματικοκρατίας απάλλαξαν κατά πρώτον από μια συλλογική υποχρέωση τους οπαδούς τους ταυτόχρονα δε εκχώρησαν την πατρίδα.
            Αρνούμενοι οι τότε κομματάρχες (υπήρχαν και κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις αλλά…) να παίξουν ενεργό ρόλο, να αρθρώσουν λόγο και να προβάλουν στρατηγικό όραμα για την Κύπρο μετά την κατοχή – κατά τα άλλα αυτοαποκαλούνταν σε πολιτικό επίπεδο πατριωτικές δυνάμεις – στην ουσία περιόρισαν τις στρατηγικές επιλογές που είχαν σχέση με την βιολογική και εθνική συνέχεια των Ελληνοκυπρίων  στα χώματά τους.
            Πως όμως εκχώρησαν την πατρίδα και σε ποιους:
            Αποποιούμενοι των άμεσων αντικατοχικών τους «καθηκόντων» οι διαχειριστές κομματάρχες του άλλοθι, απολάκτισαν ταυτόχρονα και τα δικαιώματα τις ευθύνες, την ιδέα της πατρίδας και ενοχοποίησαν την έννοια του έθνους στο οποίο ενεχείρισαν όλα τα δεινά που έπληξαν τον τόπο.
            Ένα κομμάτι εξ αυτών δεν πίστευαν στην ιδέα της πατρίδος και το έθνος. Απουσίασαν συνειδητά τουλάχιστον σε επίπεδο ηγεσίας από τους κρίσιμους εθνικούς αγώνες. Όμως δυστυχώς ήταν αυτοί που ηγεμόνευσαν εθνομηδενιστικά και έδωσαν ιδεολογικό επίχρισμα στο «άλλοθι».
            Εμμένοντας κοντόφθαλμα αλλά όχι χωρίς υστεροβουλία στην απόδοση των προφανών ευθυνών και μόνο, μπορεί να παρουσιάζονταν άσπιλοι και αμόλυντοι αλλά πονηρά εκχώρησαν την πρωτοπορία στο αντίπαλο στρατόπεδο το οποίο ήταν εκ των συνθηκών πλήρως απονομιμοποιημένο και ηθικά καταρρακωμένο. Στην ουσία λοιπόν ενταφίασαν την όποια αντιστασιακή – αντικατοχική προοπτική πριν καν γεννηθεί.
            Από το συλλογικό άλλοθι περάσαμε από τις τότε εμβρυακές αλλά παμπόνηρες κομματικές γραφειοκρατίες στην διαχείρισή του. Δημιουργήθηκε το ιδεολόγημα, αφού στραγγαλίστηκε η όποια αντικατοχική λογική, ενοχοποιήθηκαν οι έννοιες της πατρίδας – έθνους σε βαθμό που όποιος μιλάει για πατρίδα, Ελληνικό έθνος και αντικατοχικό αγώνα να θεωρείται τουλάχιστον Ναζί!
            Πάνω σ’ αυτό το «στέρεο» ιδεολόγημα πάτησε το «Κυπριακό οικονομικό θαύμα», που έφερε το υψηλό οικονομικό επίπεδο, ο δε καταναλωτισμός αποτελείωσε την φθορά των συνειδήσεων. Το βασικό διακύβευμα όμως απ’ ό,τι φάνηκε στην πορεία του τόπου ήταν η εδραίωση της ένοχης κομματοκρατίας.
            Προϊόντως του χρόνου βέβαια και μη θέλοντας να απουσιάζουν από την κερδοφόρο πανήγυρη στο Μπλοκ των «καθαρών» εισχώρησαν πρώτα οι μετανοημένοι του αντίπαλου στρατοπέδου μαζί με τους ευέλικτους αυτούς που στην Κύπρο λέμε φυσανέμηδες που δεν ήταν τίποτα διαφορετικό από στυγνούς συμφεροντολόγους. Στην πορεία η ενδιάμεση και η δεύτερη γενιά δεν είχαν πρόβλημα να ενταχθούν στο μεγάλο φαγοπότι που στήθηκε από την κομματοκρατία στις πλάτες του κυπριακού λαού με τις γνωστές πρόσφατες συνέπειες.
            Το Κυπριακό κομματικό σύστημα διατήρησε βέβαια υποδαυλίζοντας για λόγους αυτοσυντήρησης τον διαχωρισμό μεταξύ «πατριωτών και φασιστών» για τους μεν ή «πατριωτών και κουμμουνιών» για τους δε. Λόγοι διατήρησης της κομματικής πελατείας και μόνον επέβαλαν τον άνευ ουσίας τραγελαφικό αυτό διαφορισμό. Διότι το ζητούμενο της κομματοκρατίας ήταν το άρμεγμα του κράτους. Οπότε σε ανώτερο κομματικό επίπεδο υπάρχει πάντοτε σύμπνοια. Αυτή η διαπλοκή πολιτικής και χρήματος άνδρωσε την κομματοκρατία και δι’ αυτής αιμοδοτήθηκε η ρουσφετολογία, η αναξιοκρατία, ο νεποτισμός και η φαυλοκρατία.


Υ.Γ.      Δεν αγνοώ βέβαια ότι η πατερναλιστική φυσιογνωμία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου θα μπορούσε να παίξει ή έπαιξε ένα καθοριστικό ρόλο τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή αλλά αυτό το μεγάλο ζήτημα θα προσπαθήσω να το αναλύσω μελλοντικά.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια