Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μελετά σενάρια, που αφορούν στις επιπτώσεις που θα επέλθουν στην Κύπρο, ως αποτέλεσμα μιας ομοσπονδιακής λύσης δυο ισότιμων συνιστώντων κρατών. Αυτό έχει δηλώσει ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις στις 6 Απριλίου.
Σενάρια, λοιπόν, επί χάρτου με δημοσιονομικά μοντέλα, που λαμβάνουν ιδιαίτερη διάσταση μετά την εμπλοκή του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Κάτι, που είναι λογικό. Και όπως τονίζεται από τεχνοκράτες στις Βρυξέλλες, όσο περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν για τη δομή της λύσης, τόσο πιο καλή θα μπορεί να είναι η επεξεργασία των σεναρίων. Επισημαίνονται τα ανωτέρω, διότι, η δημοσιονομική κατάσταση ενός πολιτειακού συστήματος είναι κεντρικός πυλώνας της οικονομίας και της βιωσιμότητας της λύσης, αφού συναρτάται με πολλούς παράγοντες και μεταβλητές.
Δομές Κράτους, Κεντρική Τράπεζα και φορολογικό σύστημα
Συνεπώς, τα δημοσιονομικά και η οικονομία είναι συνδεδεμένα με:
1. Τις βασικές παραμέτρους της ομοσπονδίας και με την ιδιαιτερότητα της κυπριακής περίπτωσης, καθώς και με τις τελικές πολιτειακές λεπτομέρειες της λύσης εντός του εξής πλαισίου: Πώς θα λειτουργούν, τα δυο συνιστώντα κράτη μεταξύ τους και σε σχέση με την κεντρική Κυβέρνηση υπό την έννοια ότι θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία περί του κόστους λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας σε τρία επίπεδα. Των δυο συνιστώντων κρατών και του κοινού ομοσπονδιακού. Η υφιστάμενη Κυπριακή Δημοκρατία ως ενιαίο κράτος έχει επαρκή στοιχεία για να στηριχθεί κάποιος προκειμένου να φτιάξει οικονομικά μοντέλα. Όμως, το ίδιο δεν συμβαίνει, όπως τονίζουν τεχνοκράτες της ΕΕ, με το «βόρειο τμήμα», όπου τα στοιχεία δεν είναι αξιόπιστα. Η πολιτειακή μορφή της λύσης είναι συναφής και με τη νέα διοικητική αναδιάρθρωση, που αρχίζει από τις μικρές κοινότητες ως τους μεγάλους δήμους, που θα ανήκουν είτε στο ένα είτε στο άλλο συνιστών κράτος.
2. Την οικονομική κατάσταση ενός εκάστου των συνιστώντων κρατιδίων, η οποία επηρεάζει άμεσα και το άλλο, καθώς και την κεντρική ομοσπονδιακή Αρχή. Διότι, το λογικό είναι να λειτουργεί μια Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα που θα συνομιλεί με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά αυτή η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα θα είναι ταυτοχρόνως σε συνεννόηση και με τις εμπορικές τράπεζες που θα λειτουργούν σε κάθε συνιστών κράτος. Θεμιτό είναι, όπως επισημαίνεται, να μην συνυπάρχει η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα με άλλες δυο «Κεντρικές Τράπεζες» που θα υπάρχουν στα δυο συνιστώντα κράτη.
3. Τον τρόπο λειτουργίας του φορολογικού συστήματος (άμεσοι και έμμεσοι φόροι – από τους φόρους εισοδήματος ως εκείνους της ακίνητης περιουσίας, του ΦΠΑ κλπ). Οι τρόποι αυτοί είναι συμφυείς με τις νομοθεσίες που θα ισχύουν σε Ομοσπονδιακό Κεντρικό Επίπεδο και σε επίπεδο κρατιδίων. Και το θέμα αυτό έχει σχέση: Α. με τα συγκριτικά προβλήματα και πλεονεκτήματα ή που υπάρχουν μεταξύ των δυο συνιστώντων κρατών, σε μια σχέση ή οποία θα είναι μεν συνεργασιακή, αλλά και ανταγωνιστική. Β. με την φοροεισπρακτική ικανότητα ενός εκάστου των κρατιδίων και του βαθμού διαφθοράς ή ακόμη και ανάπτυξης. Η φοροεισπρακτική ικανότητα έχει σχέση με τα έσοδα του πολιτειακού συστήματος και σε επίπεδο κεντρική Αρχής και σε επίπεδο συνιστώντων κρατών. Τι και πώς θα εισπράττουν τα καρατίδια και τι και πώς η κεντρική Αρχή. Το ίδιο ισχύει και για την ανάπτυξη, ενώ στον αντίποδα της ανάπτυξης βρίσκεται το ύψος των δημοσιονομικών δαπανών μιας ομοσπονδίας, σε τρία και πάλι επίπεδα. Συνεπώς, πολύ πιο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει ένα τέτοιο πολιτειακά σύστημα, χωρίς, μάλιστα προηγούμενη εμπειρία, και πολύ από εύκολο ένα ενιαίο.
4. Την πλήρως ή όχι εφαρμογή των αρχών και αξιών της ΕΕ και δη των βασικών ελευθεριών, όπως είναι η χωρίς περιορισμούς διακίνηση κεφαλαίων, προσώπων (που περιλαμβάνει και τους εργαζόμενους), των αγαθών – προϊόντων και των υπηρεσιών. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει, και το έχει θέσει στο τραπέζι των συνομιλιών, αποκλίσεις από τις ανωτέρω αρχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την οικονομία και το εμπόριο για να προστατεύσει την οικονομία του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους, η οποία είναι επί του παρόντος συνδεδεμένη με, και εξαρτώμενη από την Τουρκία. Δεν υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις απεξάρτησης. Είναι δε, γνωστό ότι η οικονομική εξάρτηση φέρνει και τις ανάλογες πολιτικές, που ήδη υπάρχουν, και θα συνεχίσουν, όπως υπόσχεται η Άγκυρα, και μετά τη λύση.
Ευρώ, acknowledgment και αθέμιτος ανταγωνισμός
Η δημοσιονομική πολιτική είναι συναφής με τη νομισματική και την εν γένει λειτουργία του δημοσίου, ξεκινώντας από σύστημα υγείας και τα λοιπά τα κοινωνικά αγαθά, καθώς και με την ευρύτερη επιτυχή εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου και των βασικών ελευθεριών, τόσο στις ελεύθερες περιοχές που ήδη ισχύουν χωρίς αποκλίσεις, όσο και στο βόρειο κατεχόμενο σήμερα τμήμα, το οποίο μετά τη λύση θα καταστεί ισότιμο συνιστών κράτος. Από τη μια, ο κ. Ακιντζί ζητά όπως επιταχυνθούν οι διαδικασίες υιοθέτησης του ευρώ στα κατεχόμενα, ακόμη και προ της λύσης. Από την άλλη, όμως, αρνείται να υπαχθεί στην Κεντρική Τράπεζα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια τέτοια εξέλιξη, επίσημης δηλαδή υιοθέτησης του ευρώ προ της λύσης στα κατεχόμενα, δεν μπορεί να συμβεί θεσμικά, διότι εκτός των άλλων, θα αποτελεί και μορφή «αποδοχής» (acknowledgement), δηλαδή χωριστής οντότητας. Το γεγονός αυτό θα θέσει τη συνέχεια των συνομιλιών σε νέα νομική βάση που σημαίνει εμβάθυνση της διχοτόμησης αντί της αποτροπής της. Προς αυτή δε, την κατεύθυνση συνηγορούν και οι φόρμουλες, που η τουρκική πλευρά εισηγείται περί αποκλίσεων από βασικές ελευθερίες, ακόμη και αν οι αποκλίσεις αυτές δεν είναι μόνιμες, αλλά περιορισμένου χρονικού διαστήματος. Διότι, ποιος εγγυάται ότι δεν θα ζητηθεί εκ νέου παράταση. Και ότι δεν θα επιβεβαιωθεί το ρηθέν: Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. Υπάρχει επί τούτων ακόμη κάτι σημαντικό.
Η τουρκική φόρμουλα περί αποκλίσεων από τις βασικές ελευθερίες θα προκαλέσει: 1. Προστατευτικό καθεστώς για την τουρκοκυπριακή οικονομία, που ενδέχεται να είναι σε βάρος των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι εάν προκύψει έκρηξη ανάπτυξης στο βορρά δεν θα μπορούν να συμμετέχουν επί ίσοις όροις, ενώ ταυτοχρόνως, θα πληρώνουν την μερίδα του λέοντος στην διαδικασία της ανακατανομής των πόρων για να μπορεί να λειτουργεί όσο ποιο ομαλά γίνεται η ομοσπονδιακή οικονομία στο πλαίσιο της ΟΝΕ. 2. Συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και οικονομικές, εμπορικές και κοινωνικές προστριβές. Συνεπώς είχε δίκαιο ο Πρόεδρος όταν δήλωσε ότι δεν θα πρέπει να υπάρχουν σκιές και ασάφειες στη λύση. Ελπίζουμε δε, αυτό να αφορά και στις αποκλίσεις, οι οποίες ναρκοθετούν στην ουσία την επανένωση και οδηγούν σε διχοτομικές ατραπούς.
Το πλυντήριο του βορρά και τα χρέη της κατοχής
Πέραν τούτων, θα πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Α. οι τράπεζες των κατεχόμενων δεν υπόκεινται στους ελέγχους, που καθορίζει η ΕΕ και δεν είναι γνωστή η κατάσταση στην οποία βρίσκονται και αν μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια την ΟΝΕ. Εκείνο, που ανώτατες Κυβερνητικές πηγές μας τόνιζαν, είναι ότι εκτός των άλλων, οι λεγόμενες «Αρχές» του ψευδοκράτους δεν δίδουν επαρκή στοιχεία όταν τους ζητηθούν από την ΕΕ, διότι προφανώς λειτουργούν ως πλυντήρια ξεπλύματος βρόμικού χρήματος της Τουρκίας. Συναφώς, είναι κατανοητό ότι, με τον τρόπο αυτό συντηρείται και μεγάλη μερίδα του τουρκοκυπριακού κατοχικού κατεστημένου. Β. η τουρκοκυπριακή οικονομία θα πρέπει να εκπληρώσει και τα δημοσιονομικά κριτήρια της ΕΕ, όπως είναι για παράδειγμα το δημοσιονομικό έλλειμμα, που πρέπει να είναι κάτω του 3% επί του ΑΕΠ και το δημόσιου χρέους που δεν πρέπει να ξεπερνά το 60% επί του ΑΕΠ. Σήμερα το ΑΕΠ της Κυπριακής Δημοκρατίας φθάνει τα 17,420 δις ευρώ και το δημόσιο χρέος το 105% επί του ΑΕΠ, δηλαδή σε πραγματικούς αριθμούς ανέρχεται στα 18,7 δις ευρώ. Εάν η λύση υπογραφόταν τον Μάρτιο, όπως ισχυριζόταν ο κ. Έιντα, πώς θα λειτουργούσε η ομοσπονδιακή οικονομία και με ποιο χρέος, όταν σε αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας θα προστίθετο, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, και εκείνο των κατεχόμενων και δη των χρεών προς την Τουρκία, η οποία μόνο μέρος τους ισχυρίζεται ότι θα «δωρίσει». Δεν είναι ακριβής ο αριθμός του χρέους προς την Τουρκία, όμως, κυμαίνεται περί τα 5 δις ευρώ. Επιπρόσθετα, σίγουρο είναι ότι το χρέος του ψευδοκράτους, χωρίς να υπολογίζεται ο δανεισμός από την Τουρκία, φτάνει τα 3,5 δις ευρώ. Ακόμη και αν μας μείνουν στην πλάτη, λόγω κατοχής, τα 5,5 δις ευρώ (3,5 συν 2 από δανεισμό προερχόμενο από Τουρκία προς το ψευδοκράτος) από το 8,5 δις (αυτό είναι το καλό σενάριο) και αν η λύση ξεπεράσει, που είναι λογικό τα 25 δις (ο κάλλιστος οιωνός), τότε, συν των άλλων οικονομικών προβλημάτων που υπάρχουν, γίνεται αντιληπτό γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην επιστολή που παρέδωσε στο Νταβός, προς το ΓΓ του ΟΗΕ Κόφιν Ανάν τονίζει ότι πρέπει να υπάρχει ακρίβεια ως προς το κόστος της λειτουργίας του νέου πολιτειακού συστήματος και ως προς τις «εγγυήσεις για τα δάνεια που θα χρειαστούν», καθώς και ως προς τους «τρόπους αποπληρωμής των δανείων». Από τη μια ο Πρόεδρος αναφέρεται σε νέους δανεισμούς, εγγυήσεις και τρόπους αποπληρωμής, δηλαδή σε νέο μνημόνιο, και από την άλλη, την περασμένη Παρασκευή υποστήριξε ότι δεν θα υπάρξει νέο μνημόνιο για τη λύση. Βεβαίως, υπάρχει και το φυσικό αέριο, το ποίο, όμως, ακόμη δεν μπορεί να μπει στο παιχνίδι, διότι δεν είναι υπό εκμετάλλευση. Ουδείς, μάλιστα, γνωρίζει πότε, πώς και αν αυτή θα γίνει, καθώς και τι θα πάρουμε μείς και τι η… Τουρκία, καθώς και άλλοι. Αλλωστε, οι δανειστές μας δεν το θεωρούν ως μορφή εξασφάλισης των δανείων. Σημειώνουμε ότι, μπορεί μεν η Κυπριακή Δημοκρατία να βγήκαμε από το μνημόνιο, αλλά θα πληρώνουμε χρέος ως το 2031 και η βιωσιμότητά του προϋποθέτει ελάχιστους ρυθμούς ανάπτυξης με τα υφιστάμενα οικονομικά, πολιτικά και πολιτειακά δεδομένα ( δηλαδή δομές πολιτειακού συστήματος – ενιαίου κράτους – Κεντρικής Τράπεζας και νομοθεσιών – μερικώς τα αναφέρει και ο Πρόεδρος στην επιστολή του προς το ΓΓ του ΟΗΕ) της τάξης του 1,6% επί του ΑΕΠ και σταθερό επιτόκιο περί το 3,1% .
Στοιχεία βιωσιμότητας
Συνεπώς, για την ομοσπονδιακή λύση είναι πρόδηλο, όπως αναφέρει και ο Πρόεδρος στην επιτολή του προς τον ΓΓ του ΟΗΕ, ότι θα χρειαστεί ταμείο δωρητών και νέος δανεισμός, με εγγυήσεις και τρόπους δανεισμού και αποπληρωμής, δηλαδή νέο μνημόνιο. Εάν αυτός ο δανεισμός θα ήταν για την επανένωση και για μια βιώσιμη λύση κανείς εκτιμούμε πολίτης δεν θα έλεγε όχι εφόσον στο μέλλον θα ήταν ορατά τα οφέλη. ΄Ομως, η αποτυχία του ελληνοκυπριακού κομματικού κατεστημένου αποτυπώνεται στα εξής γεγονότα: Α. Οι ισχυρισμοί ότι με την ομοσπονδιακή λύση θα βρέχει χρήμα δεν ευσταθούν. Β. Είναι επικίνδυνος ακροβατισμός όταν υπάρχουν τόσα κενά στην πολιτειακή μορφή της ομοσπονδίας και της οικονομία της να τονίζει ο κ. Έιντα, με τον πλέον ανεύθυνό τρόπο, όπως και άλλοι, ότι είμαστε μια ανάσα προ τη λύσης. Πώς είμαστε μια ανάσα προς τη λύσης όταν ο ίδιος ο Πρόεδρος στην επιστολή του, διαπιστώνει ότι άλλα πράγματα. Γ. Το υπό συζήτηση ομόσπονδο πολιτειακό σύστημα των δυο συνιστώντων κρατών δεν προδιαγράφει ούτε βιώσιμη οικονομία ούτε λύση. Τόσο η λειτουργικότητα του πολιτειακού συστήματος όσο και της οικονομίας του σε τρία επίπεδα (συνισττώντων κρατών και κεντρικής Αρχής) είναι βασικοί παράμετροι της βιωσιμότητας της λύσης. Σε αυτούς προστίθεται και η τουρκική πολιτική, εφόσον όλοι ισχυρίζονται ότι το κλειδί βρίσκεται στην Άγκυρα. Μια θέση που είναι ορθή. Εφόσον δεν άλλαξε η τουρκική πολιτική πώς γίνεται λόγος ότι βρισκόμαστε κοντά σε λύση, όταν μάλιστα, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην τηλεοπτική του συνέντευξη στο ΡΙΚ προ ολίγων ημερών τόνιζε περίπου πως ό,τι είχε να προσφέρει ο κ. Ακτιντζί στο διάλογο το πρόσφερε… Και τι πρόσφερε; Τις θέσεις περί πρωτογενούς δικαίου, δηλαδή παρθενογένεσης, καθώς και αυτές για την εκ περιτροπής Προεδρία και την παραμονή εποίκων, που είναι ζήτημα συναφή με την κοινωνική συνοχή και τη βιωσιμότητα του πολιτειακού συστήματος. Επί τούτου, δε, υπενθυμίζουμε τις ξεχασμένες εκθέσεις Κουκό και Λάακσον του Συμβουλίου της Ευρώπης για το θέμα του εποικισμού που το θεωρούν ως έγκλημα πολέμου και ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της λύσης για δυο μεταξύ άλλων λόγους: Πρώτον, επειδή οι έποικοι είναι ξένο σώμα, όπως αναφέρουν, στην τουρκοκυπριακή κοινωνία, πόσο μάλλον στην ελληνοκυπριακή και δεύτερο, επειδή χρησιμοποιούνται και θα χρησιμοποιηθούν από την Τουρκία για την εξυπηρέτηση δικών της συμφερόντων ακόμη και για μελλοντικές συνταγματικές αλλαγές.
Η ελάχιστη σοφία…
Υπό το φως των ανωτέρω, γίνεται εκτός των άλλων αντιληπτό ότι, ο δανεισμός και οι δωρεές ακόμη και η χρήση κερδών από το φυσικό αέριο ως εξασφάλιση νέων δανείων, εάν αυτό καταστεί δυνατό, δεν θα γίνουν για την επανένωση, αλλά για να δοθεί κίνητρο αποζημίωσης προς τους Ελληνοκύπριους κατόχους τίτλους ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα, κατά τρόπον ώστε να επιτύχουν οι Τουρκοκύπριοι και οι έποικοι πλειοψηφιών και επί του εδάφους και επί του πληθυσμού για να είναι ο βορράς εσαεί τουρκικός μέσω της απαγόρευσης της δημοκρατικής αρχής ένας άνθρωπος μία ψήφος και μέσα από την απαγόρευση του δικαιώματος ψήφου στους Ελληνοκύπριους στο βορρά, πράγμα που ελέχθη προσφάτως, στο Ράδιο Πρώτο, και από τον ίδιο τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να βρούμε λύση και ό,τι νάναι, φουσκώνοντας τα μυαλά του κόσμου με λανθάνουσες παραστάσεις, αλλά μια βιώσιμη λύση, που θα προχωρεί στη διοικητική μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι στη διάλυσή της και τη διχοτόμησή της σε δυο ισότιμα συνιστώντα κράτη. Αντί δηλαδή η Τουρκία να αναγνωρίσει, όπως η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου καθορίζει, την Κυπριακή Δημοκρατία, η Κυπριακή Δημοκρατία θα διαλυθεί και θα διχοτομηθεί, αναγνωρίζοντας το σημερινό ψευδοκράτος, που είναι προϊόν της εισβολής, ως ισότιμο συνσιτών κράτος. Αυτή δεν είναι πρόταση. Είναι η υιοθέτηση της πάγιας τουρκικής πολιτικής από το 1956, που της πέρασε το κομματικό κατεστημένο φερετζέ, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν θα την αναγνωρίσει ο κόσμος. Και το καλό είναι ότι την αναγνωρίζουμε πριν να μας τη φέρουν ξανά, όπως έπραξαν το 2004. Και θέλουμε να ελπίζουμε ότι έχουν την ελάχιστη σοφία να μην επαναλάβουν το ίδιο λάθος…
0 Σχόλια