«Τα ευεργετήματα της φύσης προς το σύγχρονο άνθρωπο, σύμφωνα με την επιστήμη της Οικοψυχολογίας»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.)
Σύμφωνα με την επιστήμη της Οικοψυχολογίας αν φροντίσουμε τον πλανήτη θα μας φροντίσει κι εκείνος. Αυτή είναι η βασική αρχή της περιβαλλοντικής ψυχολογίας, μιας σχετικά νέας επιστήμης που βλέπει τον άνθρωπο και το περιβάλλον ως ενωμένη ολότητα. Είναι σημαντικό να φέρουμε τη φύση πιο κοντά μας, ακόμη και μέσα στο διαμέρισμά μας.
Υπάρχει μια σχέση αλληλεξάρτησης του ανθρώπου με τη φύση. Όταν ο άνθρωπος πονά, πονά και η φύση και το αντίστροφο. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει. Από τότε όμως που αρχίσαμε να χτίζουμε πόλεις, μεγάλες και μικρότερες, να χρησιμοποιούμε αυτοκίνητα για τις βόλτες και τα ταξίδια μας, να ζούμε με άλλα λόγια «πολιτισμένα», συνέβη κάτι που άλλαξε ριζικά τη σχέση μας με τη φύση: μας απομάκρυνε από αυτή. Το αποτέλεσμα: Η φύση πονάει και το φωνάζει αλλά εμείς είμαστε πολύ αγχωμένοι και νευρικοί για να την ακούσουμε. Στο σημείο αυτό έρχεται να μας συνδράμει η Περιβαλλοντική Ψυχολογία. Πρόκειται για τον κλάδο της Ψυχολογίας που μελετά την αλληλεπίδραση ανθρώπου και περιβάλλοντος και κυρίως την αλληλεπίδραση με το χτιστό περιβάλλον. Πώς επιδρούν δηλαδή τα κτίρια και η διαμόρφωση του χώρου στη συμπεριφορά. Η επιστήμη αυτή, που έφτασε στη χώρα μας σχετικά πρόσφατα, έχει τις ρίζες της στα μέσα της δεκαετίας του 1970 στην Αμερική, γιατί σε πολλούς κλάδους υπήρχε η ανάγκη να δουν την ψυχολογία από μια άλλη σκοπιά. Παρατήρησαν λοιπόν ότι οι μελέτες για την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το γύρω περιβάλλον γίνονταν μέσα στα εργαστήρια. Η Περιβαλλοντική Ψυχολογία βγήκε έξω από το εργαστήριο με στόχο να δει πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος μέσα στην πόλη, μέσα σε ένα κατάστημα, μέσα σε ένα μουσείο και πώς αλληλεπιδρά με αυτό το φυσικό περιβάλλον.
Σήμερα, συνήθως οι πόλεις μας προκαλούν το άγχος μας. Νιώθουμε αγχωμένοι όταν πηγαίνουμε για δουλειές στο κέντρο της πόλης, ίσως λίγο περισσότερο επιθετικοί, πράγμα που είναι φυσιολογικό, αφού με αυτόν τον τρόπο αντιδρά ο οργανισμός μας στα ερεθίσματα που δέχεται. Ο θόρυβος, η κίνηση, η πυκνότητα του πληθυσμού προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Βιώνονται λοιπόν ως απειλητικά και δημιουργούν στρες. Είναι το λεγόμενο ‘περιβαλλοντικό στρες’. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Στο περιβάλλον της μεγαλούπολης υπάρχουν πολλά ερεθίσματα στα οποία καθένας προσπαθεί να προσαρμοστεί. Όμως, δεν ανέχονται όλοι το κάθε ερέθισμα στον ίδιο βαθμό. Δηλαδή, μπορεί κάποιος να ανέχεται πολύ περισσότερο το θόρυβο από έναν άλλο κι έτσι να επιβιώνει καλύτερα σε μια πόλη σαν την Αθήνα ή τη Νέα Υόρκη.
Τι γίνεται, αλήθεια, με εκείνους που δεν αντέχουν τις στρεσογόνες συνθήκες μιας μεγαλούπολης; Σε αυτήν την περίπτωση ο άνθρωπος θα βρει μηχανισμούς προσαρμογής που θα τον βοηθήσουν να αισθανθεί πιο ευχάριστα. Με άλλα λόγια, θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί. Μπορεί, για παράδειγμα, να αποφύγει το θόρυβο μετακομίζοντας σε μια πιο ήσυχη γειτονιά. Αν αυτή η προσαρμογή πετύχει, τότε το άτομο είναι ικανοποιημένο, μπορεί να επιβιώσει. Εάν όμως δεν καταφέρει να προσαρμοστεί, δεν αντέχει το θόρυβο, την πυκνότητα του πληθυσμού, τότε μπορεί να παρουσιαστούν ψυχολογικά προβλήματα.
Το βλέπουμε, άλλωστε, γύρω μας. Στις μεγάλες πόλεις οι άνθρωποι ζουν σαν αρπακτικά. Είναι επιθετικοί, αγχώδεις, ανταγωνιστικοί, φοβισμένοι, ενώ κάποιες φορές νιώθουν περιορισμένοι και αβοήθητοι. Είναι εύλογο λοιπόν να υποθέσουμε ότι όσοι ζουν σε μικρότερες, πιο ήσυχες πόλεις θα πρέπει να νιώθουν πολύ καλύτερα, αφού εκεί, ούτε πολλή κίνηση υπάρχει, ούτε πολύς θόρυβος, και η ζωή είναι μάλλον «πιο ανθρώπινη». Κι όμως, αυτή δεν είναι ακριβώς η αλήθεια. «Δεν είναι απαραίτητο οι κάτοικοι μιας μικρής πόλης να είναι πιο ευχαριστημένοι με τη ζωή τους. Είναι πιθανό να είναι και λιγότερο ευχαριστημένοι απ’ ό,τι ένας κάτοικος μιας μεγάλης πόλης. Ωστόσο, μπορεί να είναι περήφανοι για την ιστορία της πόλης τους, να έχουν την αίσθηση της ευταξίας και να νιώθουν πως η πόλη στην οποία ζουν δίνει αξία και στους ίδιους.
Άγχος, πίεση, τρέξιμο, αγώνας για επιβίωση. Κι όμως, δεν μπορεί να είναι όλα τόσο δυσοίωνα. Κάτι θα πρέπει να υπάρχει για να μας βοηθά να νιώθουμε ευχαριστημένοι. Τα πάρκα, η διαμόρφωση του χώρου, η φροντίδα προς τον πολίτη, η καλή οργάνωση των δρόμων, των κτιρίων, η λειτουργικότητα ώστε να μπορεί να πηγαίνει κανείς εύκολα στη δουλειά του. Όλα αυτά είναι παράγοντες που επηρεάζουν τη στάση του ατόμου απέναντι στην πόλη του.
Ίσως αυτά ισχύουν πράγματι σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης. Στην Ελλάδα όμως, οι μεγάλες πόλεις δεν είναι τόσο καλά οργανωμένες ώστε να διευκολύνουν τους κατοίκους τους, γι’ αυτό και η ύπαρξη μικρών χώρων όασης μέσα στην πόλη είναι απαραίτητη. Το πράσινο επηρεάζει την ευεξία, την απόσπαση προσοχής. Σε έρευνα που έγινε, έβαλαν φοιτητές να περπατήσουν σε ένα δάσος κάποιες ώρες μετά το μάθημα και στη συνέχεια τους έδωσαν να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια για το πώς αισθάνονται. Διαπιστώθηκε ότι η ευεξία και η αυτοεκτίμησή τους βελτιώθηκαν σημαντικά μετά την έκθεση στο πράσινο.
Η φύση λοιπόν μας κάνει καλό, μας ηρεμεί και μας χαλαρώνει. Πράγμα λογικό, εφόσον ο άνθρωπος γεννήθηκε σ’ αυτήν και είναι φτιαγμένος να νιώθει πιο ευχάριστα όταν βρίσκεται εκεί.
Τι ρόλο όμως παίζει το κλίμα στη συμπεριφορά; Τα φυσικά χαρακτηριστικά, όπως ο θόρυβος, ο ήχος, το κλίμα και τα χρώματα επηρεάζουν ως ένα βαθμό τη συμπεριφορά και την υγεία του ανθρώπου. Στις βόρειες χώρες, όπως η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ολλανδία, η Αγγλία, όπου ο καιρός είναι μουντός, τα ποσοστά περιστατικών κατάθλιψης ή ακόμα και αυτοκτονιών είναι αυξημένα. Έχει παρατηρηθεί λοιπόν ότι με την αύξηση του φωτός ή την άνοδο της θερμοκρασίας κατά ένα βαθμό, μειώνεται σημαντικά ο ρυθμός κατανάλωσης των αντικαταθλιπτικών.
Η φύση είναι μεγάλος γιατρός του ανθρώπου. Άραγε τι θα σκεφτόταν κανείς εάν έβλεπε κάποιον να αγκαλιάζει… ένα δέντρο; Σίγουρα, η πρώτη σκέψη θα ήταν πως πρόκειται για κάποιον τρελό. Κι όμως, οι Ιάπωνες το συνηθίζουν. Άλλωστε, η επαφή με τη φύση λειτουργεί αγχολυτικά.Ο περίπατος στην εξοχή μπορεί ενδεχομένως να αντικαταστήσει τα χάπια στη μάχη ενάντια στην κατάθλιψη. Αυτή η νέα προσέγγιση ονομάζεται «οικοθεραπεία» και βασίζεται στις θεραπευτικές ιδιότητες που έχει το φυσικό περιβάλλον. Ήδη εφαρμόζεται σε χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπου και έχουν δημιουργηθεί οι λεγόμενες «φάρμες περίθαλψης», τις οποίες επισκέπτονται άτομα που έχουν ανάγκη την επαφή με τη φύση. Σε ένα τέτοιο κέντρο χαλάρωσης ασθενείς με προβλήματα επιθετικής συμπεριφοράς έρχονται καθημερινά σε επαφή με τη φύση για δύο, τρεις ώρες. Φυτεύουν, καλλιεργούν, φροντίζουν ένα φυτό. Έξι μήνες αργότερα, οι σχέσεις τους με τους γύρω είναι καλύτερες. Σε χώρες όπως η Σουηδία, οι επιστήμονες προτείνουν την οικοθεραπεία ως επίσημη θεραπευτική μέθοδο, η οποία αναγνωρίζεται ακόμη και από την κοινωνική ασφάλιση. Μοιάζει να είναι ένα σημαντικό κομμάτι του μέλλοντος όσον αφορά την ψυχική υγεία. Γιατί όχι, αφού είναι οικονομική, διαθέσιμη παντού και προπάντων, φυσική!
Άρα το πράσινο μας κάνει καλό. Έχει αποδειχθεί ότι η επαφή με τη φύση αυξάνει την αυτοπεποίθηση, την αίσθηση ευεξίας και την ικανότητα επικέντρωσης προσοχής. Έρευνες έδειξαν ότι: Στα νοσοκομεία, ασθενείς χτυπημένοι από την ίδια νόσο, έχουν πιο γρήγορη ανάρρωση όταν το δωμάτιο όπου νοσηλεύονται βλέπει σε κήπο, απ’ ό,τι όταν βλέπει σε τσιμέντο. Στο σχολείο, οι μαθητές είναι περισσότερο συγκεντρωμένοι και δημιουργικοί όταν το περιβάλλον στο οποίο διδάσκονται είναι ευχάριστο, φωτεινό και έχει θέα σε πράσινο. Στην πόλη, η ζωή δείχνει να είναι πιο ήρεμη σε γειτονιές όπου υπάρχει πράσινο και οι σχέσεις μεταξύ των γειτόνων πιο φιλικές όταν στα σπίτια τους έχουν κήπο. Το καλύτερο αντίδοτο στην κακοκεφιά, είναι μια βόλτα σε ένα πάρκο. Η βόλτα στους δρόμους της πόλης, αντί να μας ηρεμήσει, είναι πιθανό να μας προκαλέσει μεγαλύτερο άγχος. Γι αυτούς τους λόγους στις μέρες μας ο «πράσινος σχεδιασμός», όχι τόσο ως μόδα αλλά περισσότερο ως επιτακτική ανάγκη κερδίζει συνεχώς έδαφος, αφού στο χώρο των κατασκευών και της Αρχιτεκτονικής, ακούγεται όλο και περισσότερο η φράση «πράσινος σχεδιασμός». Ένας χαρακτηρισμός που αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη, αφού συνεπάγεται ευαισθησία σε περιβαλλοντικά θέματα. Τι είναι όμως ο πράσινος σχεδιασμός; Ή καλύτερα, τι αφορά; Είναι κάτι νέο που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, ή κάτι που προϋπήρχε και απωλέσθη στο όνομα της εξέλιξης της επιστήμης των κατασκευών;
Στο παρελθόν, οι κατασκευές ήταν «γηγενείς». Προέρχονταν από το ίδιο το περιβάλλον, ως φυσική κυτταρική εξέλιξή του. Η πρώτη ύλη παρείχετο από την ίδια την περιοχή. Φυσικά υλικά -όπως πέτρα και ξύλο- έδιναν όγκο, σχήμα και μορφή σε συνδυασμό με τοπικές τεχνοτροπίες. Οι κλιματικές συνθήκες, τα γεωφυσικά δεδομένα και ο προσανατολισμός είχαν κυρίαρχο ρόλο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν μία τίμια, οικολογική αρχιτεκτονική, που εξυπηρετούσε ανάγκες, σεβόταν τη φύση και αφομοιωνόταν στο περιβάλλον… θαρρείς ότι γεννιόταν από αυτό, και εφθείρετο σ’ αυτό. Οι συνθήκες άλλαξαν, καθώς και τα δεδομένα. Η εξέλιξη ήρθε και στις κατασκευές, με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο πρωταρχικός στόχος, το κέρδος, επαναδιατυπώνει την ίδια την επιστήμη απομακρύνοντάς την από τις ανθρωποκεντρικές αρχές. Καταλύτης σ’ αυτή την εξέλιξη, τα νέα υποκατάστατα υλικά. Χαρακτηρίζονται «εξωτικά»! Μια τραγική αντίφαση, αφού τα περισσότερα αποτελούν παράγοντα πετρελαίου και χημικών. Όμως, η τεχνολογική εξέλιξη επεμβαίνει και στο σχεδιασμό. Δίνει την δυνατότητα να ξεπεραστούν προβλήματα κλιματικών συνθηκών, γεωφυσικού περιβάλλοντος και έντασης- αφομοίωσης στο τοπίο. Εκτός από την απώλεια της τέχνης του «Αρχιτέκτονα», χάνεται και αυτή της κλίμακας. Υπερμεγέθη κτήρια, με υπερβολική κατανάλωση ενέργειας, συνθλίβουν τους χρήστες σε καταθλιπτικές κάψουλες ελαχίστων τετραγωνικών μέτρων. Τα προαναφερθέντα δεν αποτελούν ένα manifesto κατά της τεχνολογίας και της εξέλιξης, απλά καταδεικνύουν την απομάκρυνση από κάποιες βασικές αρχές της Αρχιτεκτονικής. Η ευαισθησία περί πράσινου σχεδιασμού απουσιάζει. Ωστόσο, αποτελεί επιτακτική ανάγκη η χρήση νέων τεχνολογιών και η εφαρμογή εναλλακτικών πηγών ενέργειας, σε συνδυασμό με τις χρήσιμες βασικές αρχές της παθητικής μελέτης και του σχεδιασμού των χώρων. Ο πράσινος σχεδιασμός, ή αλλιώς το “green design” , πρέπει ν’ αποτελέσει ουσιαστική προδιαγραφή στις σύγχρονες μελέτες, δεν πρέπει να το αφήσουμε να περάσει απλά σαν μία μόδα… (Βαγγέλης Κανελλόπουλος).
Εξάλλου, το παλιό και το καινούργιο στην αρχιτεκτονική, όπως και σε όλους τους τομείς της ζωής, έχουν μεταξύ τους, μια σχέση ιδιόμορφη, πολύτροπη, πολυσχιδή, βαθιά και σχεδόν πάντοτε εξαρτώμενη από τις εκάστοτε (ανθρωπογενείς και φυσικές) συνθήκες. Το παλιό, θετικά ή αρνητικά, γεννάει το νέο, το καινούργιο και του δίνει κατά κανόνα τις δυνατότητες να αναπτυχθεί. Το νέο προκύπτει από το παλιό με αιδώ, με πρωτοτυπία, με ορμή και με διεκδίκηση του κόσμου. Η αρμονική σχέση του παλιού και του καινούργιου, αν μη τι άλλο κάνει τον κόσμο πιο όμορφο. Η δυσαρμονία του νέου με το παλιό κάνει τον κόσμο πιο άσχημο σίγουρα. Μόνο με σεβασμό, φαντασία και γνώση των σύγχρονων αναγκών, στο επίπεδο της χρήσης, της μορφολογίας και της κατασκευής, το παλιό θα αναδεικνύεται μέσα από το καινούργιο ώστε η επέμβαση του σύγχρονου να είναι ουσιαστική και όχι αυθαίρετη, να είναι τολμηρή και ζείδωρη και να ομορφαίνει το σύνολο.
«Εικαστικές Τέχνες και παιδιά ή Όσα μας λένε τα παιδιά… ζωγραφίζοντας»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.)
Η μορφή της ομορφιάς και το σχήμα της ασχήμιας συμβάλουν στην παρουσίαση ενός θέματος μέσα από διάφορες οπτικές, καθώς και στην ανάπτυξη ενδιαφέρουσας διαλεκτικής. Ως ένα ζωντανό εργαστήρι ιδεών, δίνοντας έναυσμα για νέους προβληματισμούς και αναζητήσεις, αναδεικνύουν την υποκειμενικότητα της ομορφιάς και της ασχήμιας, την ιδιότυπη σχέση τους, τη σύγκρισή τους, την αντιθετική διαλεκτική σχέση της απόλυτης ομορφιάς… Την «παράξενη» ισορροπία όταν συχνά οι δύο αυτοί πόλοι μάχονται μεταξύ τους, και ο ένας υπερισχύει του άλλου ή κατά καιρούς ταυτίζονται… Τη συνεχή διαφοροποίηση των εννοιών του ωραίου και του άσχημου μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας του κόσμου!
Όμως πώς μία φωτογραφία περιγράφει μια διαφημιστική ιστορία; Διερευνώντας καρέ-καρέ τη σχέση μεταξύ φωτογραφίας και διαφήμισης, παρουσιάζονται οι σκέψεις και ο προβληματισμός για τη σύγχρονη διαφήμιση, και -μέσα από ξεχωριστά case studies- μεταφέρονται στο κοινό οι εμπειρίες από την οργάνωση – υλοποίηση γνωστών και μη διαφημίσεων, πράγματα που καταδεικνύουν τον συσχετισμό της εκπαίδευσης με τον πολιτισμό, την τεχνολογική εξέλιξη και την εικαστική παιδεία.
Εξάλλου, σύμφωνα με τον Paul Rand, graphic designer, «η Τέχνη είναι μια ιδέα που βρήκε την τέλεια οπτική της έκφραση. Και design είναι το όχημα μέσω του οποίου, αυτή η έκφραση έγινε δυνατή. Η Τέχνη είναι ουσιαστικό, αλλά το design είναι και ουσιαστικό και επίθετο. Η Τέχνη είναι ένα προϊόν και το design μια διαδικασία. Το design είναι το θεμέλιο όλων των τεχνών».
Και ο Walter Gropius, ιδρυτής του Bauhaus συμπληρώνει πως «η κατευθυντήρια αρχή μας ήταν πως το design δεν είναι ούτε μια διανοητική, ούτε μια υλιστική υπόθεση, αλλά απλά ένα αναπόσπαστο μέρος του υλικού της ζωής, αναγκαίο για τον καθένα σε μια πολιτισμένη κοινωνία»,.
Ο Henri Cartier-Bresson, φωτογράφος, τονίζει πως «το να φωτογραφίζεις, σημαίνει να αναγνωρίζεις-ταυτόχρονα και μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου- τόσο το ίδιο το γεγονός, όσο και την αυστηρή οργάνωση των οπτικά αντιληπτών μορφών που του δίνουν νόημα. Είναι, σαν να βάζεις κάποιου το μυαλό, το μάτι και την καρδιά στον ίδιο άξονα».
Όσο για τα παιδιά, η τέχνη είναι ο δικός τους τρόπος να μας πουν «ευχαριστώ», «σ’ αγαπώ» ή «πρόσεξέ με». Η ζωγραφική είναι η γλώσσα που επιτρέπει στα παιδιά να εκφράζονται ελεύθερα, να στέλνουν μηνύματα και να επικοινωνούν μαζί μας με τους δικούς τους όρους. Ξέρουμε άραγε να τη «διαβάζουμε»;
Σπίτια με καναπέδες που καπνίζουν, ουράνια τόξα πάνω από μηλιές φορτωμένες με κατακόκκινα μήλα, παιδιά πιασμένα χέρι-χέρι που παίζουν ανέμελα… Η ζωή είναι μαγική στις ζωγραφιές των παιδιών. Τα παιδιά που βουτάνε τα δάχτυλα στις νερομπογιές, σκαλίζουν την υπογραφή τους σε μια άκρη του χαρτιού και μας κοιτούν με μάτια γεμάτα προσμονή μέχρι να ακουστεί το «μπράβο», συχνά εκφράζονται πιο εύγλωττα μέσα από τις ζωγραφιές τους απ’ ό,τι με την ομιλία. «Παρατηρήστε πόσο σοβαρό και συγκεντρωμένο είναι ένα παιδί όταν παίζει. Εκείνες τις στιγμές μεταμορφώνει τον κόσμο γύρω του. Δεν υποδύεται τη μητέρα της κούκλας ή τον οδηγό του τρένου, είναι η μητέρα ή ο οδηγός. Αν ο κόσμος μας αξίζει στο βαθμό που μπορούμε να τον αλλάξουμε, η ταύτιση του παιδιού με το ρόλο του είναι τόσο έντονη ώστε μεταμορφώνεται σε έναν ‘επαναστάτη’ της καθημερινότητας. Μια αντίστοιχη με το παιχνίδι λειτουργία επιτελεί και το παιδικό σχέδιο. Ακόμη και αν σχεδιάσει μια απλή μουτζούρα ή αφήσει ένα χρωματιστό δακτυλικό αποτύπωμα στο χαρτί, η πράξη αυτή λειτουργεί σαν μια γλώσσα. Μια γλώσσα που έχει ταυτόχρονα συναισθηματική αξία, καθώς επιτρέπει την έκφραση θυμού, οργής, χαράς, αλλά και γνωσιακή, αφού το παιδί ψηλαφεί, μορφοποιεί κι ανακαλύπτει τον κόσμο», εξηγεί η Καθηγήτρια Ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου. Για τα παιδιά, η ικανότητά τους να εκφραστούν ζωγραφίζοντας, αντισταθμίζει τις ελλείψεις τους σε έναν κόσμο φτιαγμένο από «μεγάλους». Η σπουδαία ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό έγραψε πως «με το παιδικό σχέδιο αποκτάμε πρόσβαση στις φαντασιακές αναπαραστάσεις, στο συναισθηματισμό και στην εσωτερική συμπεριφορά του υποκειμένου. Με αυτόν τον τρόπο το ίδιο το σχέδιο μας βοηθά να προσανατολίσουμε τη συζήτησή μας με τα παιδιά». Μια ζωγραφιά λοιπόν μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα μιας συνομιλίας, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να καταλάβουμε καλύτερα τον ψυχισμό ενός παιδιού. Η Μέλανι Κλάιν από την άλλη, πρωτοπόρος της ψυχανάλυσης για παιδιά, συνέδεσε τη λειτουργία των παιδικών σχεδίων με αυτή των ονείρων, θεωρώντας πως και στα δύο συμμετέχει τόσο το συνειδητό όσο και το ασυνείδητο επίπεδο έκφρασης. Πώς μπορούν όμως οι ενήλικες να καταλάβουν τι λένε τα παιδιά τους όταν «μιλούν» με τους μαρκαδόρους μια ιδιαίτερη γλώσσα;
Αν η γραμματική και το συντακτικό μας βοηθούν να επικοινωνήσουμε με τους γύρω μας, στην περίπτωση της ζωγραφικής ως «γλώσσας των παιδιών», οι κανόνες… δεν υπάρχουν. Γιατί κάθε παιδί αποτυπώνει στο χαρτί τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις του όπως τα βιώνει το ίδιο, στο δικό του εσωτερικό, ευαίσθητο κόσμο. Είμαστε καταδικασμένοι λοιπόν να χανόμαστε στη μετάφραση όταν κοιτάζουμε τα παιδικά σχέδια; Η Επίκουρη Καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Ηρώ Μυλωνάκου-Κεκέ, αναλύει πως «παρόλο που κάθε παιδί εκφράζεται διαφορετικά όταν ζωγραφίζει, ανάλογα με την ηλικία και στο στάδιο ανάπτυξης, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά στα παιδικά σχέδια. Για παράδειγμα, μέχρι την ηλικία των 3-4 ετών τα παιδιά περνούν το στάδιο του πειραματισμού, γι’ αυτό στα σχέδιά τους συναντάμε τυχαίες μουτζούρες ενώ, προς το τέλος της φάσης αυτής, το παιδί προσδίδει πια στα σχέδιά του ‘ταυτότητα’ κι αρχίζει να αποτυπώνει γενικές μορφές». Ακόμη λοιπόν και οι φαινομενικά άναρχες ζωγραφιές των παιδιών στα πρώτα στάδια της ζωής τους «έχουν μια αισθησιοκινητική σημασία. Μέσα από αυτές, μπορούμε να αντιληφθούμε τις εσωτερικές αναπαραστάσεις τους, την ανάπτυξη των γνωστικών λειτουργιών, τις αντιληπτικές και κινητικές δεξιότητες, αλλά και τα εναύσματα του περιβάλλοντος ή την ικανότητα οπτικής μνήμης τους», συμπληρώνει η Φωτεινή Τσαλίκογλου.
Η ανάγκη μας να καταλάβουμε καλύτερα τα παιδιά, να τα ακούσουμε όταν τα ίδια δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να μιλήσουν, έστρεψε τους ειδικούς, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στη μελέτη των παιδικών σχεδίων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο ψυχολόγος Χελς συνέλαβε την ιδέα ενός τεστ με βάση τη ζωγραφική. Η ιδέα ήταν απλή: ζητώντας από ένα παιδί να ζωγραφίσει την οικογένειά του, χωρίς να του δώσει περαιτέρω οδηγίες, ο ειδικός μπορεί να αντιληφθεί τη σχέση του παιδιού με τον εαυτό του και με την οικογένειά του. «Μέσα από την κινητοποίηση του μηχανισμού της προβολής το παιδί ωθείται να εκφράσει ζωγραφίζοντας εμπειρίες που βίωσε μέσα στην οικογένειά του. Είτε αυτές είναι πραγματικές είτε φανταστικές», λέει η Φωτεινή Τσαλίκογλου. Αν μέχρι σήμερα οι ζωγραφιές του παιδιού σας ήταν ένα όχημα για να ταξιδέψετε σε κόσμους ονειρικούς κι άφθαρτους, ήρθε η στιγμή να τις αντικρίσετε από μια διαφορετική οπτική γωνία. «Για να ‘διαβάσουμε’ τη σχεδιαστική απεικόνιση της οικογένειας παρατηρούμε κυρίως με ποιον τρόπο σχεδιάζονται τα μέλη κι αν υπάρχει κάποιο πρόσωπο που επενδύεται μέσα στο σχέδιο πολύ περισσότερο από τα υπόλοιπα -ή πολύ λιγότερο», εξηγεί η ίδια καθηγήτρια. Υπεραξιολογημένο είναι το πρόσωπο που κατέχει κεντρική θέση στο χώρο του σχεδίου, οι διαστάσεις του οποίου υπερτερούν σε σχέση με των υπολοίπων, όπως συχνά απεικονίζεται μια μητέρα ή ένας πατέρας δυσανάλογα ψηλοί, και είναι σχεδιασμένο με περισσότερες λεπτομέρειες από τα υπόλοιπα μέλη. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου επισημαίνει πως «το υπεραξιολογημένο πρόσωπο δεν συνιστά απόδειξη μιας θετικής ή αρνητικής σχέσης με το παιδί. Δείχνει όμως ότι το πρόσωπο αυτό αποτελεί για το παιδί πόλο έλξης του ενδιαφέροντος και των συναισθηματικών του επενδύσεων κι ενδεχομένως μοιράζεται μαζί του μια έντονη σχέση. Μπορεί το παιδί να βιώνει απέναντι σε αυτό το μέλος αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα αγάπης και μίσους, έλξης και απώθησης». Από την άλλη, μπορούμε να εντοπίσουμε στις παιδικές ζωγραφιές ένα μέλος του οποίου η απεικόνιση είναι υποβαθμισμένη σε σχέση με των υπολοίπων. Είναι το πρόσωπο που ζωγραφίζεται πάντα τελευταίο, κατέχει μια περιθωριακή θέση στο χώρο και οι διαστάσεις του είναι μικρότερες από εκείνες των υπόλοιπων μελών. Ένα μικροσκοπικό αδερφάκι, στριμωγμένο στην άκρη του χαρτιού, μια φιγούρα που σχεδιάζεται με λιγότερα χρώματα ή λεπτομέρειες από ό,τι οι υπόλοιπες είναι ενδεικτικές αποτυπώσεις του υποβαθμισμένου προσώπου. Κάποιες φορές ένα πρόσωπο ίσως δεν αναπαρίσταται καθόλου ενώ δεν είναι σπάνιο το υποβαθμισμένο πρόσωπο να είναι το ίδιο το παιδί.
Αν το παιδί ζωγραφίσει…τον εαυτό του κοντά σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ίσως εκφράζει την επιθυμία του να βρίσκεται κοντά σε αυτό το πρόσωπο ή να λαμβάνει περισσότερη προσοχή από αυτό. Τον εαυτό του ανάμεσα στους γονείς, τότε μάλλον είναι ένα υπερπροστατευμένο παιδί ή ένα παιδί που επιζητά περισσότερη προσοχή από τους γονείς του. Τον εαυτό του μακριά από όλους τους άλλους, τότε ή νιώθει απομονωμένο από την ομάδα (ή ίσως και να το επιθυμεί) ή είναι συναισθηματικά συνεσταλμένο, αποθαρρυμένο και βιώνει την απόρριψη της οικογένειας. Τον εαυτό του με μεγάλο μέγεθος, τότε νιώθει δυνατό ή ενδεχομένως εκδηλώνει επιθετικότητα. Τον εαυτό του με μικρό μέγεθος, τότε μπορεί να βιώνει αισθήματα ασημαντότητας, ανεπάρκειας, ανικανότητας ή ανασφάλειας.
Τον εαυτό του υπερυψωμένο σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, υποδηλώνεται ο αγώνας για κυριαρχία και προσοχή. Αν σχεδιάσει ανυψωμένο κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς του, αντιλαμβάνεται πως το πρόσωπο αυτό έχει ιδιαίτερη δύναμη ή κυριαρχία. Την οικογένειά του, παραλείποντας κάποιο μέλος, τότε μπορεί να αδυνατεί να εκφράσει άμεση εχθρότητα προς το πρόσωπο αυτό ή να του προξενεί άγχος και φόβο. Μεγάλα σε μήκος χέρια σε ένα από τα πρόσωπα της οικογένειας, τότε μπορεί να το θεωρεί ένα απορριπτόμενο ή απειλητικό άτομο. Αν ζωγραφίσει στον εαυτό του μεγάλα χέρια μπορεί το ίδιο να νιώθει απόρριψη ή να έχει ανάγκη για απομόνωση.
Βοηθήστε τα παιδιά να εκφραστούν. Κι αν αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που αξιολογούν οι ειδικοί, οι ζωγραφιές των παιδιών μοιάζουν με μια ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για τα συναισθήματα, τα όνειρα και τα τραύματά τους. Έντονα χρώματα, μικρά ή μεγάλα διαστήματα λευκού, οικογένειες πιασμένες από το χέρι ή φιγούρες που μαγειρεύουν, χορεύουν και βλέπουν τηλεόραση, είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που μπορεί να μεταφέρουν πληροφορίες για τον εσωτερικό πλούτο ενός παιδιού. Αρκεί να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στην «εξόρυξή» του γιατί είναι ανεύθυνο και επικίνδυνο να πιστέψουμε πως με βάση μερικές ζωγραφιές ενός παιδιού, μπορούμε να ερμηνεύσουμε το ίδιο και πως αντιμετωπίζει το περιβάλλον του. Οι ζωγραφιές είναι ένα συμπληρωματικό εργαλείο για τους ειδικούς, όταν καλούμαστε να αξιολογήσουμε την προσωπικότητα και τον συναισθηματικό κόσμο του. Πολλές φορές οι γονείς ανησυχούν γιατί το παιδί τους ζωγραφίζει μόνο με μαύρο μαρκαδόρο, ή γιατί ζωγραφίζει τον ευατό του απομακρυσμένο από τα υπόλοιπα μέλη… Τις περισσότερες φορές ανησυχούν άδικα! Το μόνο που πρέπει να κάνουν οι γονείς είναι να ενθαρρύνουν το παιδί τους να ζωγραφίζει, να του παρέχουν όσα υλικά τούς ζητά και να το συντροφεύουν διακριτικά, δηλώνοντας με την παρουσία τους ότι είναι δίπλα του, αποφεύγοντας τις εικαστικές παρατηρήσεις ως άλλοι κριτικοί τέχνης!», συμβουλεύει η Ηρώ Μυλωνάκου-Κεκέ.
Στην εποχή των «μελανών» προβλέψεων, της «γκρίζας» καθημερινότητας και των «μαύρων» συναισθημάτων οι γραμμές των παιδικών χεριών μάς θυμίζουν πως πάντα υπάρχει χρόνος για στιγμές ξενοιασιάς. Ας σταθούμε δίπλα τους κι ας τα παροτρύνουμε να εκφραστούν δημιουργικά. Θα ανακαλύψουμε πως η ευτυχία ή οι οικογενειακοί δεσμοί πολλές φορές μπορούν να τροφοδοτηθούν με εργαλεία απλά… όπως ένα χρωματιστό, ξύλινο μολύβι ή ένα πινέλο.
Ουσιαστικά, συνθετικά κείμενα για τη σημασία του βιβλίου, της ανάγνωσης του Λόγου στη ζωή μας:
Κατάθεση απόψεων από μαθήτριες του Α2 Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων.
Διδάσκουσα καθηγήτρια: Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός
Αγαπητή κυρία Ηλιάδη Αμαλία,
σας αποστέλλω την εργασία μου, στο πλαίσιο του μαθήματος της Έκθεσης-Έκφρασης, με θέμα την σημασία του λόγου στην ζωή μας.
Με σεβασμό,
Νικολάου Όλγα Ηλιάνα
«Η σημασία του λόγου στη ζωή μας»
Έχει αναρωτηθεί ποτέ κανείς πώς θα ήταν η ζωή μας, χωρίς την ύπαρξη του λόγου, γραπτού και προφορικού; Πώς θα ήταν, άραγε, εφικτή η διάδοση της πληροφορίας, η επικοινωνία, η έκφραση των ενδόμυχών μας σκέψεων και συναισθημάτων; Πώς θα καταγράφονταν επ’ ακριβώς οι διάφοροι μύθοι και οι ποικίλες παραδόσεις, οι τοπικοί θρύλοι, στοιχεία, που συγκροτούν την εθνική μας ταυτότητα, αλλά και τα γεγονότα, που άλλαξαν τελείως την πορεία και την ροή της ιστορίας; Πώς θα αναπτύσσονταν οι τέχνες, αλλά και ο πολιτισμός γενικότερα; Αναλογιζόμενος κανείς όλα αυτά, συνειδητοποιεί πως ο λόγος, προσχεδιασμένος ή απροσχεδίαστος, αποτελεί στοιχείο υψίστης σημασίας για την καθημερινή μας ζωή. Τα πάντα είναι λόγος, που μπορεί να εκφράζει από απλές ανάγκες μέχρι βαθύτερα νοήματα και πνευματικά δημιουργήματα. Συνεπώς, θα έπρεπε να εκτιμήσουμε, ο καθένας ξεχωριστά, λίγο περισσότερο την σπουδαιότητά του και να μην τον κακοποιούμε με τόση ευκολία.
Ξεκινώντας από τον προφορικό λόγο, θα μπορούσε κανείς να πει πως αποτελεί το στοιχειώδες μέσο επικοινωνίας των ανθρωπίνων όντων. Είναι, άλλωστε, το πρώτο πράγμα που μαθαίνεται, μόλις μία καινούρια ζωή έρθει ανάμεσά μας. Οι γονείς ανυπομονούν να ακούσουν το μωράκι τους να λέει με αθώο ύφος και ναζιάρικο βλέμμα «μαμά» και «μπαμπά». Ο προφορικός λόγος επιτρέπει την άμεση διάδραση των ανθρώπων μεταξύ τους. Μέσα απ’ αυτόν αναπτύχθηκε η τέχνη του «λέγειν», που προϋποθέτει ικανότητες, όπως αυτή της πειθούς, έτσι ώστε να υποστηρίζει ο καθείς αποτελεσματικά τις θέσεις του, με την λογική χρήση επιχειρημάτων. Έχει κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το μαγικό, σύμφωνα με τον Σωκράτη. Σε συνδυασμό με τα διάφορα εξωγλωσσικά στοιχεία, όπως η γλώσσα του σώματος, συμπληρώνεται το παζλ της επικοινωνίας και ανοίγεται ο δρόμος προς την συνετή έκφραση ιδεών, απόψεων, επιχειρημάτων.
Φυσικά, δεν πρέπει να παραβλέπει κανείς τη απαράμιλλη αξία του γραπτού λόγου, αφού αποτελεί έμπνευση απίστευτη και απαιτεί σκέψη ανώτερου επιπέδου. Από την επινόηση του αλφαβήτου μέχρι τον εμπλουτισμό του λεξιλογίου κάθε γλώσσας με μαγευτικές και «πικάντικες» λέξεις, σπάνιες και ενδιαφέρουσες, ο γραπτός λόγος είναι έργο αξιέπαινο, αποτελεί κομψοτέχνημα, ακράδαντη απόδειξη του μεγαλείου του ανθρώπινου νου. Μέσα απ ’αυτόν εξελίχθηκαν οι πνευματικές τέχνες, λογοτεχνία, ποίηση, θέατρο. Μέσα απ’ αυτόν διδαχθήκαμε την σωστή οργάνωση των σκέψεών μας, την αυστηρότητα, την πειθαρχία, την αισθητική. Αφήσαμε πίσω μας την προχειρότητα ενός καθημερινού διαλόγου και επικεντρωθήκαμε στην σύνθεση κειμένων με σαφέστερη δομή, αλλά και αρμονική σύνθεση των ιδεών μεταξύ τους, έτσι ώστε το τελικό δημιούργημα να έχει συνοχή και ενότητα. Ο κάθε συγγραφέας προσπάθησε, μέσω της εικονοπλασίας, να μεταδώσει στον αναγνώστη την ομορφιά ή την ασχήμια αυτού του τόπου. Μέσα από τα σχήματα λόγου, διανθίστηκε η γλώσσα, αφού προστέθηκαν σε αμέτρητες λέξεις διαφορετικές έννοιες. Και, το πιο σημαντικό, καταστάθηκε εφικτή η καταγραφή γεγονότων, εμπορικών σχέσεων, οικονομικών συνθηκών, κοινωνικών αντιλήψεων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Οι καταγραφές αυτές μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε λεπτομέρειες, που αφορούν την ζωή στον ελλαδικό χώρο, αλλά και την Ευρώπη πριν από πενήντα, πεντακόσια ή και δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν συνιστούν οι καταγραφές αυτές πλουσιότατες πηγές πληροφοριών; Δεν μας βοηθούν να αντιληφθούμε την κοσμοθεωρία και την κουλτούρα των λαών που κατοικούν την γη μας εδώ και τόσα χρόνια; Αυτό δεν είναι , άλλωστε, το θαύμα του γραπτού λόγου;
Εν κατακλείδι, ο λόγος συνιστά το υπέρτατο κομψοτέχνημα της ανθρώπινης λογικής. Είναι τόσο απαραίτητος, όσο το νερό και η τροφή. Είναι, ουσιαστικά, το δημιούργημα της εντονότατης επιθυμίας του ανθρώπου να εξωτερικεύσει τα αισθήματά του, να βγει από την αβεβαιότητα, να βυθιστεί στην θάλασσα του μυαλού του και να «ακονίσει» τα όνειρά του. Λόγος είναι τα πάντα. Είναι οι απόψεις, οι θεωρίες, τα αισθήματα, οι εικόνες. Χωρίς λόγο, το μόνο που διακρίνει κανείς είναι το απόλυτο σκοτάδι. Και, όπως είπε και ο Μένανδρος, «Ψυχής νοσούσης εστίν φάρμακον λόγος»!!!
Νικολάου Όλγα Ηλιάνα, μαθήτρια Α΄2 Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων
Αγαπητή κα Hλιάδη,
Ελπίζω να είστε καλά και να περάσατε ένα ωραίο καλοκαίρι, ελπίζω να ξεκουραστήκατε και να είσαστε έτοιμη γι' ακόμη μια χρόνια μαζί με το τμήμα μας .
Όπως όλοι γνωρίζουμε το καλοκαίρι είναι η εποχή της ξεκούρασης, τόσο για τους δασκάλους όσο και για τους μαθητές. Έχουμε περάσει τόσα καλοκαίρια αφήνοντας να περνάνε οι μέρες σαν φθινοπωρινά
φύλλα στον άνεμο, έτσι φέτος αποφάσισα να βάλω ένα τέλος σε αυτόν τον φθινοπωρινό αέρα. Αποφασίζοντας να κάνω κάτι και για εμένα ,αρχίζω να ανοίγω τα φτερά μου στην λογοτεχνία… και πως το έκανα αυτό; Με την συντροφιά και την υποστήριξη ενός βιβλίου.
Το καλοκαίρι μου άρχισε με ένα υπέροχο βιβλίο, που ονομάζεται ''η παρέα της σοκολάτας''. Σε αυτό το βιβλίο η συγγραφέας του Κάρολ Μάθιους περιγράφει τις ζωές τεσσάρων γυναικών με τα καθημερινά προβλήματα και τις καθημερινές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος. Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα του είδους του, είναι το γεγονός ότι η Κάρολ Μάθιους κάνει τις πρωταγωνίστριες να έχουν κάτι κοινό, κι αυτό το κάτι είναι το πάθος τους για την σοκολάτα. Αλλά όχι ένα κανονικό πάθος προς ένα γλύκισμα, αλλά ένα είδος φαρμάκου που μπορεί, εκτός από το να γιατρέψει, και να πάρει όλα τα βαρίδια που κάποιος μπορεί να έχει σήμερα. Η συγγραφέας ουσιαστικά θέλει να δείξει στον κόσμο, πως τα προβλήματά μας είναι μέσα στο μυαλό μας και είναι αυτονόητο πως ένα κομμάτι σοκολάτας δεν μπορεί να σε θεραπεύσει, αλλά στην ιδέα και μόνο γιατρεύεσαι.
Αυτό που με έκανε να συνεχίζω να διαβάζω αυτό το βιβλίο ήταν, το ότι υπήρχε ένα κατανοητό λεξιλόγιο το οποίο δεν με έκανε να αφαιρούμαι αλλά να εστιάζω παραπάνω .Επίσης άλλο ένα κομμάτι της όλης ιστορίας που λάτρεψα είναι ότι ενώ είναι συγκινητικό σαν βιβλίο, υπάρχουν αρκετά αστεία σημεία τα οποία είναι βγαλμένα μέσα από την ίδια την ζωή
Τα σημερινά παιδιά παρατηρούμε πως δεν διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία, αρκετά μάλιστα θα λέγαμε πως παρομοιάζουν τα βιβλία με ένα μπαούλο , ένα παλιό μπαούλο που θα ξεχαστεί με την πάροδο του χρόνου σε ένα σκοτεινό πατάρι.... που να ήξεραν πως αυτό το μπαούλο στο εσωτερικό του μπορεί να κρύβει έναν θησαυρό που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να σου κλέψει..... ουσιαστικά ένα μπαούλο γνώσεων που μπορεί να χρησιμέψει πολύ περισσότερο από τα πραγματικά χρήματα.
Το διάβασμα μεγαλώνει το μέσα μας , μας κάνει πιο δυνατούς και κυρίως πιο ευσταθείς σε κάποιες συζητήσεις. Σας συστήνω αυτό το βιβλίο και πιστεύω πως θα σας κάνει να ξεχαστείτε όπως κι εμένα
Τα σέβη μου
η μαθήτρια σας Μαρία Ταμπακοπούλου(Α2 Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων)
Ο κάθε λαός έχει αναπτύξει τους δικούς του τομείς πολιτισμού, δηλαδή τις τέχνες , την θρησκεία, τα ήθη ,τα έθιμα και κυρίως την γλώσσα και τον λόγο.
Η έννοια του λόγου σήμερα παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο στον κάθε λαό. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε την ζωή μας χωρίς λόγο, γραπτό ή προφορικό; Ο λόγος είναι τα πάντα, είναι η άποψη ,η ιδέα, η έκφραση και κυρίως η σκέψη. Γιατί, εάν δεν υπήρχε ο λόγος και οι λέξεις, δεν θα μπορούσαμε, εκτός από το να εκφραζόμαστε, να σκεφτόμαστε.
Ο τρόπος της σκέψης των ανθρώπων πριν από χιλιάδες χρόνια αποτελεί ένα μεγάλο ερωτηματικό στους ανθρώπους που ακόμα ψάχνουν την λύση σε αυτόν τον γόρδιο δεσμό , όπου οι άνθρωποι, δίχως ομιλία και λεξιλόγιο, σκέφτονταν .Ωστόσο, ο σημερινός λόγος διακρίνεται σε δυο κατηγορίες: τον γραπτό λόγο και τον προφορικό λόγο. Οι διαφορές των δυο κατηγοριών είναι αρκετές αλλά επίσης υπάρχουν και ομοιότητες . Η μαγεία που δημιουργείται από αυτές τις δυο κατηγορίες είναι μεγάλη ,αφού μέσα από τον λόγο μπορούμε να εκφραστούμε απόλυτα.
Η κατηγορία του προφορικού λόγου αποτελείται κυρίως από φυσικότητα . Αφού με τον προφορικό λόγο μπορούμε να εκφραστούμε πολύ καλύτερα από κάθε άλλο τρόπο. Το γεγονός ότι ο προφορικός λόγος αποτελείται και από την γλώσσα του σώματός μας είναι ένα πλεονέκτημα δηλαδή με μια άψογη συνεργασία του προφορικού λόγου και την γλώσσα του σώματός μας , εκφράζουμε το εκατό τις εκατό των συναισθημάτων μας, αφού με ένα βλέμμα , ένα άγγιγμα και μια κουβέντα μπορούμε να περάσουμε αυτόματα το συναίσθημα στον συνομιλητή .Το γεγονός ότι ο προφορικός λόγος είναι απροσχεδίαστος μας δίνει την αίσθηση της ελευθερίας καθώς η σκέψη μας, η ιδέα μας αλλά και η άποψή μας μπορούν να κάνουν ό,τι σκέψη θέλουν, δίχως όρια και σταματημό.
Σαφώς η κατηγορία του γραπτού λόγου έχει άλλη χάρη . Το γεγονός ότι σου δίνεται η ευκαιρία να σκεφτείς πριν γράψεις είναι κάτι αρκετά θετικό, αφού χρησιμοποιώντας την παλιά παροιμία ''πριν μιλήσεις να βουτάς τη γλώσσα σου στο μυαλό'' θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή χαρακτηρίζει εντός εισαγωγικών τον γραπτό λόγο .Πολύ σημαντικό ρόλο στις μέρες μας παίζει το ότι έχουμε γραπτά στοιχεία στα χέρια μας, που ξέρουμε αρκετά πράγματα για παρελθόν μας, όχι μόνο για την ιστορία μας αλλά και για την θρησκεία μας .Ο ελληνικός λαός είναι πολύ τυχερός διότι έχουμε από τα πιο δύσκολα αλφάβητα , επίσης το λεξιλόγιό μας είναι αναντικατάστατο σε σχέση με τα άλλα, αφού η κάθε λέξη του μπορεί να αντικατασταθεί από μια ή περισσότερες συνώνυμες ή ομόρριζες λέξεις.
Ο λόγος είναι πλούτος ..... ένας πραγματικός θησαυρός που προσπαθεί να επιβιώσει στις μέρες μας αφού δέχεται πολλές απειλές και πολλούς «βομβαρδισμούς» από τους ίδιους τους Έλληνες .Οι προαναφερόμενες κατηγορίες λόγου μπορούν στο σύνολό τους να δώσουν εκτός από την σκέψη , την έκφραση και την τέχνη του λόγου, το σύνολο του ελληνικού πολιτισμού. Αφού ο κύριος παράγοντας πολιτισμού ενός λαού είναι ο λόγος, γιατί δίχως αυτόν δεν θα υπήρχε συνέχεια σε αυτόν τον κόσμο.
Ταμπακοπούλου Μαρία, μαθήτρια Α2 Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων
0 Σχόλια