Βαγγέλης Τζούκας:Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη, Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013, σελ. 258
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.
Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η πλέον αδιερεύνητη ιστορικά πλευρά της δεκαετίας 1940-1950 είναι αυτή της παράταξης που εξήλθε νικήτρια από τις πολλαπλές συγκρούσεις της περιόδου. Μετά το τέλος του αιματηρού εμφυλίου, ο ιστορικός
λόγος των νικητών ενσωματώθηκε στη γενικότερη καθεστωτική προπαγάνδα και έγινε γρήγορα ανυπόληπτος. Όταν το 1974 κατέρρευσε το εμφυλιοπολεμικό κράτος, η ιστοριογραφία, για μια μακρά περίοδο, ακολουθώντας το ιδεολογικό κλίμα της εποχής, ασχολήθηκε σχεδόν υπερπληθωριστικά με τη δράση και τις επιλογές της Αριστεράς εκείνη την κρίσιμη δεκαετία.
Τα τελευταία χρόνια όμως, με την εμφάνιση μιας νέας ιστοριογραφικής τάσης, αναθεωρητικής ή νεοκυματικής όπως ονομάστηκε, παράχθηκαν έργα και μελέτες που ερευνούν την όποια δράση και λειτουργία των δεξιών οργανώσεων της περιόδου. Παρά δε τη σκληρή κριτική που δέχεται για την, συχνά, απολογητική και δικαιολογητική στράτευση κάποιων «εκπροσώπων» της, η τάση αυτή, με τη διαφορετική της οπτική, συνεισφέρει ιδιαίτερα στην ανάγνωση της δεκαετίας 1940-1950.
Η μεγαλύτερη οργάνωση της δεξιάς αντίστασης, ο ΕΔΕΣ, βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου του ιστορικού Βαγγέλη Τζούκα «Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη». Ο Τζούκας δεν εξετάζει το σύνολο της παρουσίας του ΕΔΕΣ, αλλά τις ιδιαίτερες σχέσεις της οργάνωσης με τους τοπικούς οπλαρχηγούς στην Ήπειρο, τους τρόπους ένταξής τους σ’ αυτήν και τις επακόλουθες επιπτώσεις στη γενικότερη συγκρότησή της.
Ο Τζούκας περιγράφει τον τρόπο συγκρότησης των ομάδων αυτών, ο κυριότερος συνεκτικός κρίκος των οποίων ήταν η συγγένεια, οι προσωπικές σχέσεις και η αφοσίωση στον οπλαρχηγό τους. Οι τοπικοί ηγέτες αναφέρονταν απευθείας στον Ζέρβα με τον οποίο είχαν προσωπική επικοινωνία και συχνά αποκτούσαν και σχέσεις μέσω της βάπτισης των παιδιών τους. Αρκετές φορές όμως αναπτύσσονταν και προσοδοθηρικές σχέσεις μεταξύ του ντόπιου πληθυσμού και των τοπικών οπλαρχηγών που διεκδικούσαν και διαχειρίζονταν μέρος της βρετανικής χρηματοδότησης που δέχονταν ο ΕΔΕΣ. Οι σχέσεις αυτές δεν ήταν βέβαια πάντα σταθερές. Η αλλαγή των συμφερόντων της οικογένειας-φάρας ή κάποιες διαφωνίες διαρρηγνύουν τις σχέσεις με τον ΕΔΕΣ και φτάνουν μέχρι την ένταξη στον ΕΛΑΣ, όπως συνέβη με την ομάδα των Γρατσουναίων στο Ξηροβούνι ή τη σημαντική οικογένεια Κοσσυβάκη στην Άρτα.
Από τη μελέτη προκύπτει μια απάντηση στο ερώτημα γιατί ο ΕΔΕΣ, ενώ διακηρυκτικά προσέβλεπε σε μία πανελλήνια οργάνωση, τελικά αναπτύχθηκε μόνο στην Ήπειρο. Ο ΕΔΕΣ και ο Ζέρβας κατανόησαν γρήγορα και εκμεταλλεύτηκαν την ιδιαίτερη κοινωνική δομή και το αξιακό και πολιτισμικό περιβάλλον της ορεινής Ηπείρου. Κατάλαβαν τη σημασία και την πολλαπλή λειτουργία στην κοινωνία των ηπειρωτικών βουνών της παραδοσιακής οικογενειακής και οικονομικής συσσωμάτωσης της «φάρας» και προσεταιρίστηκαν τους αρχηγούς της και γενικά τις προϋπάρχουσες ένοπλες ομάδες και τους συμμετέχοντες σ’ αυτές, τους παλιούς «ανθρώπους του ντουφεκιού».
Οι ένοπλοι αυτοί εντάχθηκαν στον ΕΔΕΣ διατηρώντας μια σχετική αυτονομία και ασκώντας πολλές από τις πρακτικές τους, ακόμα και τη ζωοκλοπή. Ταυτόχρονα υπερασπίζονταν με φανατισμό την κοινωνική δομή και τις συντηρητικές προνεωτερικές πολιτισμικές αξίες των περιοχών τους. Στη στάση τους αυτή οφείλονταν, σε μεγάλο βαθμό, η αδυναμία της εγκατάστασης του ΕΑΜ στις περιοχές αυτές. Τα εαμικά πολιτικά και κοινωνικά προτάγματα θα ανέτρεπαν τον παραδοσιακό αξιακό κόσμο των ορεσίβιων, οι οποίοι, αρνούμενοι την ανατροπή αυτή, στρατεύθηκαν στον αντιεαμικό και αντικομμουνιστικό αγώνα. Ο ΕΔΕΣ, παρόλο που θεωρείται από τον συγγραφέα νεωτερική οργάνωση, στη μελέτη δεν φαίνεται να κάνει κάτι για την εισαγωγή των αντίστοιχων εκσυγχρονιστικών ιδεών και πρακτικών στις εκεί ορεινές κοινωνίες, αλλά αντίθετα αφήνει άθικτες τις παλιές τοπικές σχέσεις και συμπεριφορές.
Ο Τζούκας περιγράφει ακόμα τις απόπειρες για συμφωνία του ΕΔΕΣ με το ΕΑΜ, τις συνεχείς, μικρές αρχικά, γενικευμένες αργότερα εμφύλιες συρράξεις, την προετοιμασία για την τελική σύγκρουση και τη φυγή, τέλος, των εδεσιτών ανταρτών στην Κέρκυρα μετά την απελευθέρωση. Παράλληλα παρακολουθεί και καταγράφει τη σταδιακή ιδεολογική και πολιτική μετατόπιση του ΕΔΕΣ από τις αστικές, ακόμα και σοσιαλιστικές, δημοκρατικές του διακηρύξεις, προς τη μοναρχία και τον αντικομμουνισμό.
Τελικά ο Βαγγέλης Τζούκας, με τη χρήση μιας πλούσιας βιβλιογραφίας και κρατώντας τη δέουσα απόσταση, συνθέτει μια ενδιαφέρουσα μελέτη για σημαντικές πτυχές της οργάνωσης του ΕΔΕΣ και συνεισφέρει στη διερεύνηση των τρόπων ένταξης στις αντιστασιακές οργανώσεις.
Το ημερολόγιο Ζέρβα.
Σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα το ημερολόγιο του Ναπολέοντα Ζέρβα για την περίοδο 1942-1945 με επιμέλεια του Δημήτρη Θάνα και με εισαγωγή και σημειώσεις του Βαγγέλη Τζούκα. Στην παρούσα μελέτη του ο Τζούκας δεν κάνει χρήση του ημερολογίου αυτού αλλά των Απομνημονευμάτων του Ζέρβα που είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Ακρόπολη» το 1949/50. Η παράλληλη ανάγνωση του ημερολογίου έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, διότι ο Ζέρβας εκφράζει την προσωπική και υποκειμενική του γνώμη για πρόσωπα που εμφανίζονται στο βιβλίο, για γεγονότα που περιγράφονται, για τη συμπεριφορά των χωρικών και των οπλαρχηγών και την άποψή του γι’ αυτούς, για τη σχέση του με τους Βρετανούς, και τις συζητήσεις του με το ΕΑΜ και τη συνάντησή του με τον Βελουχιώτη.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
«Αναρωτήσεις για τους Συγγραφείς, τη γραφή και την κρίση»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.

Συχνά αναρωτιέμαι σε ποια ψυχολογική κατάσταση μπορεί να βρίσκονται σήμερα οι συγγραφείς στην Ελλάδα… Ενδεχομένως ανήσυχοι και προβληματισμένοι με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Πώς άραγε αντιλαμβάνονται την κρίση και πώς τους επηρεάζει; Ίσως ως οδοστρωτήρα που δεν αφήνει τίποτε όρθιο: Οικονομίες, αντιλήψεις, συναισθήματα και ανθρώπους. Γιατί οι ρίζες της Κρίσης είναι διεθνώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα που εκμεταλλεύτηκε την απληστία του καταναλωτή. Στην Ελλάδα, ο λαϊκισμός, η κυρίαρχη ιδεολογία της μεταπολίτευσης που μετέτρεψε την πολιτική σε πάρτι για την κατοχύρωση των επιδομάτων και των κεκτημένων, ενάντια σε όσους δεν είχαν φωνή. Όμως κάτω από την οικονομική κρίση κρύβεται η χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων. Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Η βαθιά θεσμική υπανάπτυξη σε σχέση με τη Δύση. Πίσω από τη βιτρίνα των ευρωπαϊκών θεσμών υπάρχει η ανατολίτικη νοοτροπία. Αντί ευθύνης του ατόμου, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η νεωτερικότητα, έχουμε ακόμη κινούμενες κομματικές αγέλες.
Η περίοδος που περνάμε θα ευνοήσει άραγε την παραγωγή «σοβαρών» βιβλίων; Μετά από μια μεγάλη περίοδο πλήξης, η Κρίση κάνει τις αξίες πιο ανάγλυφες. Τα τελευταία χρόνια το μυθιστόρημα είχε στρέψει την προσοχή του στο άτομο και τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Νομίζω όμως ότι τώρα θα ξαναθυμηθεί την παλιά τέχνη του Μπαλζάκ που έχει ξεχάσει. Γιατί το μυθιστόρημα ήταν πάντα η μεγάλη τέχνη για το στοχασμό πάνω στον άνθρωπο και την κοινωνία. Άλλωστε, η σχέση όλων σχεδόν των συγγραφέων με τις νέες τεχνολογίες, το Web, τα Social Media είναι εξαιρετική. Αν και τα ηλεκτρονικά φιλιά και οι γνωριμίες πάνω στους υγρούς κρυστάλλους της οθόνης δεν έχουν «αίμα».
Τα μεγάλα προβλήματα που αφορούν τον έρωτα και το θάνατο, τον πόνο και την περιπέτεια των αισθημάτων, δεν διδάσκονται σε κανένα σχολείο. Η λογοτεχνία όμως επιχειρεί κάποιες απαντήσεις αν και δεν αλλάζει η λογοτεχνία τον κόσμο. Μπορεί όμως να αλλάξει τις συνειδήσεις. Το μυθιστόρημα μπορεί να θέσει τον συνολικό κόσμο ως ερώτημα, να βάλει σε τάξη το χάος στο οποίο ζούμε, να μας βοηθήσει να δούμε την ομορφιά της ζωής ή να μας δώσει λίγη παρηγοριά για την οδύνη της ύπαρξης. Προσωπικά, θα ήθελα να πιστεύω ότι η ανάγνωση βιβλίων για όλους τους ανθρώπους είναι στοχασμός και απόλαυση.
Βέβαια ο «ιδανικός αναγνώστης» δεν υπάρχει και δεν χρειάζεται να υπάρχει, γιατί υπάρχει εκείνος που έχει «εκλεκτικές συγγένειες» με τον συγγραφέα. Αυτό όμως είναι η εξαίρεση, γιατί κάθε αναγνώστης κάνει τη δική του ερμηνεία. Και, όπως είπε ένας θεωρητικός, η ανάγνωση είναι ένα πικ-νικ, όπου ο συγγραφέας βάζει τις λέξεις και οι αναγνώστες το νόημα.
Βέβαια, ο κόσμος δεν είναι απλός, αντίθετα από ό, τι χρησμολογεί ο καταληκτικός στίχος του «Ερωτικού Λόγου» του Σεφέρη. Θα θέλαμε να ήταν ή να γίνει. Η ποίηση όμως μπορεί να είναι απλή, όπως το παρακάλεσε αλλού και ο ίδιος («Ένας γέροντας στην ακροποταμιά») και όπως ήταν άλλωστε στις πιο λαμπρές στιγμές της ιστορίας της.
Η μοντέρνα ποίηση μαζί με τον ρυθμό έχασε και την απλότητά της – ίσως και να πάνε μαζί αυτά τα δυο. Έγινε κρυπτική, αναίτια και άσκοπα δυσνόητη, συχνά απροσπέλαστη. Με τον Τσέλαν η κρυπτικότητα αυτή έφτασε στο απώτατο σημείο της. Δεν πάει άλλο. Ο ποιητικός αυτός κύκλος, μέσα στον οποίο γεννήθηκαν μεγάλα έργα, πρέπει πια να κλείσει. Το ποίημα δεν μπορεί να είναι ένας διανοητικός γρίφος. Όταν είναι γρίφος, χάνεται η συγκίνηση, και χωρίς συγκίνηση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ποίηση. Ο Σολωμός είναι ο πιο δύσκολος ποιητής της νεοελληνικής ποίησης. Η δυσκολία του όμως δεν εντοπίζεται ποτέ στο πρωτογενές επίπεδο του «τι λέει εδώ ο στίχος;». Αρχίζει από κει και πέρα.
Θαυμάζω τον Γκιστάβ Φλομπέρ. Πιστεύω ότι μαζί του ξεκινάει η μοντέρνα λογοτεχνία. Για πρώτη φορά η γραφή γίνεται πρόβλημα. Η αναζήτηση της ακρίβειας, την μοναδικής σωστής λέξης αγγίζει τα όρια του μυστικισμού και το ύφος αναδεικνύεται ως θεμελιώδης παράγοντας του μυθιστορήματος. Οι καλοί συγγραφείς γράφουν δύσκολα έως πολύ δύσκολα γιατί η γραφή απαιτεί πειθαρχία. Οι τίτλοι των βιβλίων τους πρέπει να είναι πρωτότυποι και να αποδίδουν το πνεύμα του βιβλίου. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το εκδοτικό μάρκετινγκ αντιμετωπίζει τους τίτλους με μια μανιέρα εξυπνακισμού η οποία μικρή σχέση έχει με τη λογοτεχνία. Οι περισσότεροι συγγραφείς χάνουν γράφοντας ένα κομμάτι της πραγματικής ζωής. Πιστεύουν ότι η θέση τους στον «ελληνικό κανόνα» της λογοτεχνίας είναι σημαντική αφού δουλειά του συγγραφέα είναι η δημιουργία. Παρόλο που η ματαιοδοξία τους κάνει σινιάλα στην υστεροφημία, η λογοτεχνική αποτίμηση είναι δουλειά των γραμματολόγων η οποία ούτως ή άλλως γίνεται ερήμην τους και τις περισσότερες φορές ενάντια στις επιθυμίες τους.
Οι συγγραφείς νιώθουν να αλλάζουν, ασφαλώς, όμως ο άνθρωπος ενηλικιώνεται με ομόκεντρους κύκλους, όπως τα μεγάλα δέντρα. Κάτω από την εξωτερική επιφάνεια υπάρχει ό, τι ζήσαμε βαθύτερα και απωθήσαμε. Κι ο θάνατος; «Κι η αστραπή του θανάτου θα απλώσει πάνω στα πράγματα που βαραίνουν από την πλήξη εκείνο το παράξενο ρίγος που τα κάνει ανεξιχνίαστα και μοναδικά» (απόσπασμα από το «Όνειρο του Οδυσσέα»). Μια ερώτηση που δε θα ήθελαν, ίσως, να απαντήσουν οι συγγραφείς. Το όνομα του θεού τους πρέπει να μένει μυστικό. Τα αγαπημένα πράγματα ξεθωριάζουν στο δυνατό φως και πρέπει να μένουν στη σκιά.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
Εικαστικές Τέχνες και Πνευματικότητα στη σύγχρονη κοινωνία
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.
Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι οι εικαστικές τέχνες ίσως πάψουν να υπάρχουν. Μπορεί η κοινωνία να τις αποβάλει ως κάτι πια εντελώς περιττό. Δεν είναι απίθανο. Ίσως αυτό να έχει ήδη αρχίσει. Πλάι στα εικαστικά εκθέματα, στις μάσκες και στα τάματα μιας έκθεσης τα οποία υποδηλώνουν την έκκληση του ανθρώπου στον Θεό ή στους προγόνους για βοήθεια, ο πράος, συμφιλιωμένος με τη λύπη τρόπος με τον οποίο μιλάει η τέχνη για πράγματα βαριά, αποτελεί μάλλον ένδειξη ενός πένθους που απορρέει και από τα έργα. Ενός αρχέγονου τρόπου λειτουργίας της τέχνης με τον οποίο παλεύει απ’ ό, τι φαίνεται να επανασυνδεθεί. Μπορεί όχι τα επόμενα χρόνια, αλλά στη μεθεπόμενη γενιά, οι καλλιτέχνες να κάνουν κάτι εντελώς άλλο, από αυτό που εμείς καταλαβαίνουμε σήμερα ως έργο τέχνης. Κάτι που δεν έχουμε ακόμα συλλάβει.
Όμως οι μάσκες και κυρίως τα τάματα μπορούν να λειτουργήσουν, να σημάνουν κάτι, εκτός του λατρευτικού τους πλαισίου; Δεν σταματάνε ποτέ να λειτουργούν σαν λατρευτικά αντικείμενα. Εξαρτάται από το τι είναι και από το πώς είναι φτιαγμένο το καλλιτεχνικό έργο. Εδώ έχουμε δύο εντελώς διαφορετικές κουλτούρες που χρησιμοποιούν κάτι σαν ενδιάμεσο για να έρθουν σε επαφή με το θείο και να ζητήσουν βοήθεια. Είτε εκείνη των προγόνων είτε του Θεού. Ο λαϊκός, όμως, άνθρωπος που κάνει σήμερα ένα τάμα, μάλλον δεν έχει επαφή με τη σύγχρονη τέχνη. Ούτε ο καλλιεργημένος φιλότεχνος με την πραγματικότητα του τάματος.
Η ανάγκη του ανθρώπου να ζητήσει βοήθεια από κάτι μεταφυσικό ξεπερνάει και τη μόρφωση και το κοινωνικό επίπεδο και την ταξική του θέση. Άνθρωποι εντελώς άθεοι, σε πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής τους δεν βάζουν τάμα στην εικόνα, αλλά σκέφτονται πάρα πολύ τη θεία πρόνοια και ζητάνε τη βοήθειά της, χωρίς οπωσδήποτε να πάνε στην Εκκλησία. Αυτό ακριβώς θέλει να υποδείξει εδώ με συμβολικό τρόπο το τάμα. Ότι όλοι σχεδόν οι άνθρωποι κάποια στιγμή της ζωής τους αναζητούν μια σχέση με το θείο. Συνάνθρωποί μας μπορεί ακόμα να ζητήσουν βοήθεια από τον νεκρό πατέρα τους ή τη νεκρή μητέρα τους. Κι εδώ συναντάμε, όπως στις αφρικανικές μάσκες, το ζήτημα της σχέσης με τους προγόνους. Κι αφού περάσει αυτή η κρίση και ο φόβος θα το ξεχάσουν, αλλά θα είναι πλέον τμήμα της εμπειρίας και της προσωπικής ιστορίας τους.
Όπως ακριβώς δεν χρειάζεται να είναι κανείς εγγράμματος για να καταλάβει ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Νομίζω ότι ο μέσος άνθρωπος έχει περισσότερες πιθανότητες να καταλάβει ένα σύγχρονο έργο, παρά ένα Ρούμπενς. Το έχω δει αυτό το πράγμα: να μην ενδιαφέρει τους πολλούς να επισκεφθούν μια πινακοθήκη, αλλά να τους ενδιαφέρει ένα βίντεο.
Όσο για τη νεοελληνική κρίση, στην Ελλάδα υπάρχει μια τεράστια οικονομικοπολιτική κρίση και ταυτόχρονα μια τεράστια κρίση ταυτότητας όπως και ηθικής , δηλαδή ως προς το ποιοι είμαστε και τι είμαστε. Αυτό έχει εν μέρει ως συνέπεια και την πολιτική κρίση. Δεν είναι δυνατόν η ταυτότητά μας να είναι, με τρόπο απόλυτο, οι αρχαίοι Έλληνες. Δεν μπορούμε να αναφερόμαστε συνεχώς στην αρχαία Ελλάδα ή στο Βυζάντιο. Πρέπει η Ελλάδα να βρει το καινούργιο της πρόσωπο, το οποίο πάρα πολλές φορές το βρήκε μέσω της τέχνης, αλλά δεν καταγράφηκε ποτέ στη συλλογική μνήμη. Π.χ. πολλοί νέοι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών δεν έχουν ακουστά τον Κεσανλή, δεν έχουν μνήμη ούτε των δέκα προηγούμενων χρόνων. Η γενιά του ’30 αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο όριο της εξαφάνισης από τη συλλογική μνήμη. Στον 20ο αιώνα εμφανίστηκαν συγκλονιστικοί Έλληνες καλλιτέχνες, που παραμένουν άγνωστοι. Διότι οι μηχανισμοί των ιστορικών της τέχνης, των μουσείων κ.λ.π. δεν είναι σε θέση να οργανώσουν έναν «κανόνα», μια ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Εννοώ την ένταξή της στην ευρύτερη κοινωνία. Ποια είναι η θέση της στην Ευρώπη; Το ότι δεν έχει θέση στην Ευρώπη είναι ένα ψέμα που αναπαράγουμε συνεχώς. Η πολιτική κρίση ξεκινάει και από εκεί. Οι Άγγλοι, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι έχουν μια αίσθηση ταυτότητας, ξέρουν ποιες είναι οι αναφορές τους. Επί παραδείγματι για τον λιμό στην Αθήνα το ’42-’43 οι περισσότεροι δεν ξέρουν, ότι είχε συμβεί αυτό το πράγμα. Δεν θυμόμαστε ότι σε μια κοντινή μας εποχή ο κόσμος πέθαινε κατά εκατοντάδες στην Αθήνα από την πείνα. Το ουσιαστικότερο πρόβλημα επομένως είναι το πρόβλημα της συλλογικής μνήμης.
Στον σύγχρονο, θρυμματισμένο κόσμο, εγείρεται το ερώτημα τι μπορεί να κάνει ο καλλιτέχνης απέναντι στην κρίση. Μάλλον δεν μπορεί να κάνει και σπουδαία πράγματα, τουλάχιστον μέσω της τέχνης του. Ως ακτιβιστής μπορεί. Τα έργα τέχνης υποδεικνύουν κάποια πράγματα, αλλά παρόλα αυτά ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν μπορεί να κάνει κάτι. Ο κινηματογράφος, το ντοκιμαντέρ και η λογοτεχνία μπορούν ίσως περισσότερα. Όμως οι μεγάλοι εικαστικοί καλλιτέχνες συνδέονται με κάποιο τρόπο με το ιερό. Ίσως από την αναζήτηση αυτή να συνεχίσει να παράγεται τέχνη. Βεβαίως. Με το μεταφυσικό, με το ιερό ή με το Θείο. Το θέμα είναι τι είδους φόρμες και μορφές θα λάβει αυτό το πράγμα από εδώ και πέρα. Οι αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ είναι κατ’ ουσίαν ένα έργο, το οποίο φτιάχνει σε όλη του τη ζωή παρακολουθώντας πώς καταστρέφεται ο εαυτός του. Είναι συγκλονιστικό, αν το σκεφτείς. Και είναι εκπληκτικό πώς αλλάζει με τα χρόνια η τεχνική του Ρέμπραντ για να μπορέσει να αποδώσει καλύτερα τη φθορά του προσώπου του. Αυτή η αναζήτηση του μεταφυσικού στην τέχνη που θα συνεχίζεται, ίσως να είναι και μια ελπίδα… Γιατί φυσικά και πρέπει να αφήσουμε χώρο στην ελπίδα…
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
«Εντείνεται η επεκτατική πολιτική του Βατικανού»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.
Με εργαλείο την Ουνία το Βατικανό εντείνει την επεκτατική του πολιτική και την προπαγανδιστική του τακτική σε βάρος των Ορθοδόξων. Ο Πάπας Φραγκίσκος με απόφασή του, στις 20 Μαρτίου 2015, προήγαγε την Ουνίτικη «Ελληνοκαθολική Εκκλησία» της Ουγγαρίας σε αυτόνομη (Sui Juris) «Μητροπολιτική Εκκλησία», με το απατηλό Ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό (Ritus) που ακολουθεί και με δική της Σύνοδο.
Το Βατικανό έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός, αποστέλλοντας στην Ουγγαρία και στους σχετικούς εορτασμούς ανώτατο στέλεχός του, τον καρδινάλιο Λεονάρντο Σάντρι, πρόεδρο του συμβουλίου (congregatio) για τις Ανατολικές Εκκλησίες. Το εν λόγω συμβούλιο ιδρύθηκε το 1862 ως τμήμα εκείνου της «Προπαγάνδας της Πίστεως» (Propaganda Fidei) και έλαβε τη σημερινή του μορφή το 1917. Σκοπός του η επέκταση της Παπικής κυριαρχίας επί όλων αυτών των Εκκλησιών, που, κατά το Βατικανό, θεωρούνται «ασθενείς».
Νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2015, ο Πάπας Φραγκίσκος ανύψωσε την Καθολική Εκκλησία της Ερυθραίας σε «Μητροπολιτική» Sui Juris Εκκλησία, της έδωσε δηλαδή το ίδιο καθεστώς με αυτό των Ουνιτών της Ουγγαρίας. Έτσι οι «Ανατολικές Εκκλησίες» που είναι υπό την εξουσία του Πάπα και έχουν ιδιαίτερο-Ορθόδοξο, Κοπτικό, Αρμενικό, Ασσυριακό, κ.λπ.- τυπικό είναι 24. Το εντυπωσιακό είναι πως για πρώτη φορά στην ιστορία του Βατικανού Πάπας μέσα σε ελάχιστους μήνες ανυψώνει δυο Ουνίτικες «Εκκλησίες». Εξίσου εντυπωσιακό είναι πως και οι δύο είναι ολιγάριθμες…
Με την προαγωγή της Ουνίτικης «Εκκλησίας» της Ουγγαρίας το Βατικανό προφανώς επιδιώκει τον προσηλυτισμό των εκεί Ορθοδόξων. Οι συνθήκες για το Βατικανό είναι ευνοϊκές. Η διαμάχη μεταξύ των Πατριαρχείων Κων/πόλεως και Μόσχας για την ιδιοκτησία του μεγαλοπρεπούς Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο κέντρο της Βουδαπέστης και γενικότερα για την διαποίμανση του ολιγάριθμου Ορθόδοξου ποιμνίου, σε συνδυασμό με την αντιπάθεια των Ούγγρων προς κάθε τι το ρώσικο, που τους θυμίζει την επί δεκαετίες σοβιετική καταπίεση, και η είσοδος πολλών Ουκρανών οικονομικών προσφύγων, δημιουργούν σκέψεις στο Βατικανό για προώθηση εκεί της Ουνίας.
Στην Ερυθραία, στην Αφρικανική πτωχότατη αυτή μικρή χώρα οι Ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί είναι ελάχιστοι. Σχεδόν το σύνολο των Χριστιανών είναι Κόπτες, που ονομάζονται «Ορθόδοξοι», αν και είναι μονοφυσίτες, για να ξεχωρίζουν από τους παπικούς. Αυτοί είναι, υπό την καταπίεση των τζιχαντιστών Μουσουλμάνων και ο προσηλυτισμός τους αποτελεί στόχο του Βατικανού.
Η Ουνία αποτελεί συνέχεια των επιδιώξεων του Πάπα και του Βατικανού, όπως με όλη τους την τραγικότητα φάνηκαν στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Τότε, όταν οι Έλληνες ήσαν σε δεινή κατάσταση, ο Πάπας επιδίωξε να τους κάνει ουνίτες, να ακολουθούν δηλαδή το δικό τους λειτουργικό τυπικό, αλλά να τον αναγνωρίζουν ως εξουσιαστή τους. Οι άλλοι Πατριάρχες της πενταρχίας (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν, θα κρατούσαν τους τίτλους τους και τις δικαιοδοσίες τους, θα ελάμβαναν, τον τίτλο του καρδιναλίου, θα συμμετείχαν στην Κουρία, στην παπική αυλή δηλαδή, αλλά θα ήσαν υποτελείς στον Πάπα, ως απόλυτου και μόνου ηγεμόνος της Εκκλησίας.
Το παπικό σχέδιο δεν πέτυχε τότε να επιβληθεί στα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής, αλλά πέτυχε να επεκταθεί σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και στη Μέση Ανατολή, έως την Ινδία. Το υλοποιούσαν και το υλοποιούν κυρίως ιησουίτες μοναχοί, εφαρμόζοντας το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» που τα χρησιμοποιούν χωρίς καμία αναστολή. Στις χώρες της Ευρώπης (Πολωνία, Λιθουανία, Αυστροουγγαρία κ.ά.) χρησιμοποίησαν την κρατική εξουσία και τη βία για να προσηλυτίσουν, «εκπολιτίσουν» κατά την προπαγάνδα τους, τους Ορθοδόξους. Στη Μέση Ανατολή και την Ινδία με τη βοήθεια αποικιοκρατών (λ.χ. Γάλλων και Πορτογάλων) και τη βία, αλλά και με την παροχή προστασίας προς όσους ασπάζονταν την παπική εμβάδα έναντι των πολυπληθέστερων στις περιοχές αυτές Μουσουλμάνων και Ινδουιστών.
Η παπική εγκύκλιος του Πάπα Παύλου Στ΄, «Orientalium Ecclesiarum», που εξεδόθη στις 21 Νοεμβρίου 1964, δείχνει με σαφήνεια τη στρατηγική του Βατικανού για τον προσηλυτισμό των Ορθοδόξων και των άλλων Χριστιανών που δεν αναγνωρίζουν την ηγεμονία του Πάπα. Μεταξύ άλλων τονίζεται: «Οι Ανατολικές Εκκλησίες έχουν καθήκον να προωθήσουν την ενότητα όλων των Χριστιανών, κυρίως αυτών της Ανατολής, κατά τις αρχές της αποφάσεως αυτής της Συνόδου (Β΄ Βατικανής) επί του οικουμενισμού…». Ξεκινώντας τον 15ο αιώνα με μηδέν Ουνίτες, σήμερα το Βατικανό υπερηφανεύεται ότι διαθέτει 14 εκατομμύρια, που τους έχει αποσπάσει από τις Ανατολικές Εκκλησίες, Ορθόδοξες και Μονοφυσιτικές. Και ο σημερινός Πάπας συνεχίζει με εντατικότερους ρυθμούς το έργο των Ουνιτών. Σημειώνεται ότι είναι Ιησουίτης…
Σημειώνεται ότι ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος (Παπαδόπουλος) απευθυνόμενος γραπτώς στον Ουνίτη Επίσκοπο Θεοδωρουπόλεως Γεώργιο τόνισε, μεταξύ των άλλων: «Πιστεύσατέ μοι ότι η ουνία εις ημάς τους ορθοδόξους προκαλεί πάντοτε φρίκην, διότι αντιπροσωπεύει δόλον και απάτην εν τοις ζητήμασι της θρησκείας. Η ουνία είναι νόθον κατασκεύασμα ζητούν να ελκύση δολίως εις την Λατινικήν Εκκλησίαν τους ορθοδόξους».
Οι δια της Ουνίας προσηλυτιστικές ενέργειες του Πάπα κατά των Ορθοδόξων προκαλούν το εύλογο ερώτημα προς τι ο θεολογικός διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Στη διάρκειά του και μπρος στην επιθετικότητα των Λατίνων οι Ορθόδοξοι εκουσίως υποχώρησαν. Παραιτήθηκαν της συζητήσεως για την Ουνία, κάτι το απαράδεκτο από ιστορικής, θεολογικής και εκκλησιολογικής απόψεως, αφού η παρουσία και η δράση της προϋποθέτουν την μετά εωσφορικού φανατισμού πρόσδεση του Βατικανού στο δόγμα περί απολύτου κυριαρχίας του επί όλων των Χριστιανών. Αντ’ αυτής μπήκαν σε διάλογο περί του Πρωτείου, ο οποίος ευνοεί το Βατικανό, αφού αυτό πέτυχε να προκαλέσει στο Φανάρι τον πειρασμό να παίξει το ρόλο του «πτωχού συγγενούς» του, ως «δεύτερου Πρώτου».
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
Με αφορμή ένα βιβλίο: Μάνες Σπέρμπερ Πιο βαθιά κι από την άβυσσο, Μετ.: Έμη Βαϊκούση, Εκδ. Καστανιώτη, σελ. 328
(Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν. Οι αναίτιες εκτελέσεις και η επαναλειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης)
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.

Ο Αυστροεβραίος συγγραφέας Μάνες Σπέρμπερ ανήκει στη χορεία των μεγάλων διανοητών της δεκαετίας του ’30, που μετά το σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, απογοητευμένοι από την άνοδο του φασισμού και την υποχωρητικότητα των φιλελευθέρων στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, στράφηκαν στο αντίπαλο δέος, τη Σοβιετική Ένωση και στρατεύθηκαν ψυχή τε και σώματι στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Ωστόσο, μια μαχητική μειοψηφία από αυτούς γρήγορα μετάνιωσε για τις επιλογές της. Η δίωξη της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο ΚΚΣΕ, η επαναλειτουργία των στρατοπέδων εργασίας, οι αθρόες και αναίτιες εκτελέσεις, τους βοήθησαν να συνειδητοποιήσουν την εγκληματική φύση του σταλινικού καθεστώτος και να στραφούν εναντίον του με τον ίδιο ζήλο που παλαιότερα το υπηρέτησαν. Το όνομα του Μάνες Σπέρμπερ μαζί με αυτά των Άρθουρ Κέστλερ, Βίκτορ Σερζ, Αντρέ Μαλρό, Τζορτζ Όργουελ, συγκαταλέγονται σε αυτή τη μειοψηφία. Γνωστός αντλεριανός ψυχαναλυτής στη Βιέννη και αργότερα στο Βερολίνο του μεσοπολέμου, ο Σπέρμπερ θα προσπαθήσει να συνδυάσει την ατομική ψυχολογία με τον μαρξισμό.
Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία θα περάσει στην παρανομία και τον επόμενο χρόνο θα εγκατασταθεί στο Παρίσι, συμμετέχοντας στη δημιουργία του «Λαϊκού Μετώπου». Η δραματική τροπή του Ισπανικού Εμφυλίου, οι δίκες των «αντιφρονούντων» συντρόφων του στη Μόσχα και τέλος, το σύμφωνο μη επίθεσης που υπέγραψε το 1939 η ναζιστική Γερμανία με τη Σοβιετική Ένωση, θα τον οδηγήσουν εκτός του κομμουνιστικού κόμματος. Μετά δε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αγωνιστεί με τον Άρθουρ Κέστλερ και τον Αντρέ Μαλρό για την ελευθερία της έκφρασης στην Ανατολική Ευρώπη.
Η κομματική του αποστράτευση θα έχει όμως κι ένα καλό αποτέλεσμα: Επιτέλους θα στραφεί ελεύθερος και απερίσπαστος στην ψυχολογία και τη λογοτεχνία που λάτρευε. Από το 1947 έως και το 1955 θα γράψει την περίφημη τριλογία του «Δάκρυ στον Ωκεανό», τρία μυθιστορήματα με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας με τον τίτλο «Η καμένη βάτος» κυκλοφόρησε στα ελληνικά την περασμένη χρονιά. Το δεύτερο μέρος της είναι το παρόν βιβλίο «Πιο βαθιά κι από την άβυσσο», στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Ντόινο Φάμπερ, Εβραίος της Βιέννης, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΓερμανίας και της Κομιντέρν. Από τις πρώτες σελίδες συνειδητοποιούμε πως ο Φάμπερ είναι το alter ego του Σπέρμπερ, αφού η ζωή και η δράση του έχουν εξόφθαλμες ομοιότητες.
Μέσα στο ζοφερό πολιτικό κλίμα των ημερών εκείνων, και έχοντας πια απομακρυνθεί από τους αριστερούς συνοδοιπόρους του ο Φάμπερ συνομιλεί μονάχα με τον ηλικιωμένο καθηγητή Έριχ φον Στέτεν, μια αυθεντία των γραμμάτων με καταγωγή αριστοκρατική, ο οποίος παρακολουθεί άναυδος τους επιθανάτιους σπασμούς της Αυστριακής δημοκρατίας.
Πολιτικοί εξόριστοι στο Παρίσι, ο πρώην κομμουνιστής Φάμπερ και ο πρώην Αυστριακός πολιτικός Στέτεν, έρχονται αντιμέτωποι με το ίδιο νοσηρό κλίμα που βίωσαν στην πατρίδα τους. Ο Σπέρμπερ με δεξιοτεχνία αποτυπώνει την αδιαφορία των Γάλλων αστών μπροστά στον ναζιστικό κίνδυνο, και από την άλλη τις σπασμωδικές αντιδράσεις των αριστερών όταν πληροφορούνται έκπληκτοι την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ/Στάλιν.
«Η ρωσογερμανική συμμαχία σώζει την παγκόσμια ειρήνη», γράφει ο κομμουνιστικός Τύπος και ουδείς αριστερός διαμαρτύρεται, εκτός των λιγοστών Τροτσκιστών. Όπως θα έλεγε και ο ήρωας του βιβλίου, «όλοι είναι έτοιμοι να κουκουλώσουν την αλήθεια για το χατίρι της Μεγάλης Υπόθεσης». Αλλά «Η μεγάλη υπόθεση» για τους πολέμιους του σταλινισμού είναι ήδη χαμένη. Απομονωμένοι από τους πολιτικούς του φίλους, ο αστός Στέτεν και ο διαγραμμένος κομισάριος Φάμπερ, αναδεικνύονται από τον συγγραφέα ως ένα τραγικό δίδυμο που τα κύματα της Ιστορίας ξεβράζουν στη νησί της Ουτοπίας.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται από το φθινόπωρο του 1939 ως και την κατάληψη της Γαλλίας από τα γερμανικά στρατεύματα. Ο Φάμπερ κατατάσσεται εθελοντής στον γαλλικό στρατό με τη διάθεση να πολεμήσει τους ναζί. Όπως όμως διαπιστώνει, δεν έχουν την ίδια διάθεση και οι Γάλλοι, τουλάχιστον οι αξιωματικοί. Μόνη λύση και πάλι η φυγή, μόνος του πια: «Στα χρόνια που έρχονται αυτό που θα μετράει θα είναι η επιβίωση, η ζωή γυμνή, αυτή θα είναι σκοπός και όπλο μαζί». Άρα είμαστε όλοι παγιδευμένοι στην Ιστορία μας. Τι είναι άραγε αυτό που δίνει την τραγική διάσταση στην πορεία της ζωής των ατομικών υποκειμένων; Η παγίδευσή τους στο συνεχές του χρόνου, μια παγίδα που αδυνατούν να σπάσουν και να απελευθερωθούν από αυτή, λόγω της ψευδαίσθησης της ακινησίας της; Ή μήπως η περιδίνησή τους στους χειμάρρους των αλλαγών της ιστορίας, οι οποίες ξεφεύγουν από τον έλεγχο ακόμη και των πιο ισχυρών και αλλάζουν για πάντα τα πεπρωμένα των ανθρώπων; Επηρεασμένη από έναν θετικισμό που αδυνατεί εκ των πραγμάτων να διαχειριστεί τα υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τον χρόνο και τα υποκείμενα, η ακαδημαϊκή ιστοριογραφία έχει παραχωρήσει τα ζητήματα αυτά είτε στους ελεύθερους στοχαστές που αδιαφορούν για τους περιορισμούς των πειθαρχιών της επιστήμης, είτε στους μυθιστοριογράφους, ιδίως σ’ εκείνους που δεν θα διανοούνταν να γράψουν έξω από το πλαίσιο που ορίζει ο πανδαμάτωρ χρόνος.
«Οι άνθρωποι περνούν το πρώτο μέρος της ζωής τους πετώντας στα ουράνια, στη συνέχεια προσγειώνονται στη γη και στην πραγματικότητά της, για να βυθιστούν ύστερα στη σφαίρα της συνειδητοποίησης, της θλίψης και της απώλειας».
Τότε, το πραγματικό αποκτά άλλες διαστάσεις και επιδέχεται πλήθος αναγνώσεων και ερμηνειών. Ένα γεγονός της ιδιωτικής σφαίρας γίνεται αιτία αλλά και αφορμή να μεταφερθούμε στις ζωές των άλλων και στις δικές μας. Και ένας θάνατος γίνεται, εκτός από αυτό το οριστικό και πραγματικό για τον καθένα από εμάς, ένας άλλος τρόπος να δούμε την αρχή, τη ζωή και τον έρωτα.
Τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει σε αυτήν τη ζωή είναι κάτι που χωρά πολλή συζήτηση. Και τι είναι τελικά αυτό το πραγματικό; Εάν υπάρχει ο κακός λύκος, εάν υπάρχουν οι μάγισσες, τα στοιχειά του δάσους, οι κοιμωμένες και το αδράχτι. Μάλλον δεν υπάρχουν με αυτήν τη μορφή. Υπάρχουν, όμως, οι φόβοι μας. Υπάρχουμε εμείς ως κακοί λύκοι, ως μάγισσες αλλά και ως κοιμωμένες. Οι ιστορίες πάντα αφηγούνται όχι μόνο μια εξωτερική πραγματικότητα αλλά κυρίως μια εσωτερική αντανάκλαση.
Μα πώς να μιλήσεις για το θάνατο; Πώς να μεταφερθείς στην πραγματικότητα όταν οι λέξεις μοιάζουν λειψές απέναντι στο βίωμα; Πώς να περιγράψεις το κενό; Την απώλεια; Τον τρόμο της ύπαρξης; Αλλά και η χαρά πώς να μεταφερθεί; Πώς να φτάσεις σε αυτά τα ύψη της ευφορίας, της καρδιάς που φλέγεται για να περιγράψεις τη μετωπική σύγκρουση με τον έρωτα; Πώς να μιλήσεις για τον φθόνο, για την απογοήτευση, για τη μοναξιά, τον φόβο και την αμφιθυμία;
Έρχεται μια μέρα όπου οι λέξεις που γεννήθηκαν από την ανάγκη να καλύψουν μιαν έλλειψη λείπουν και αυτές. Τελειώνουν, αποδεκατίζονται, στερεύουν. Τους κόβονται τα πόδια και πέφτουν κάτω σαν στρατιώτες σε έναν άδικο πόλεμο. Και τότε πρέπει πάλι να βρούμε τις εφεδρείες μας. Να μιλήσουμε για όλα αυτά με έναν άλλο τρόπο. Να βρούμε την πλάγια οδό, να ανοίξουμε δρόμους εκεί όπου δεν υπήρχαν. Να βρούμε μια άλλη πραγματικότητα.
Τα παραμύθια, οι συμβολισμοί, οι ιστορίες με τα πολυποίκιλα νοήματα σαν πέπλα της Σαλώμης, τα όνειρα, ακόμα και τα πιο άπιαστα «θέλω» είναι η πραγματικότητα της εσωτερικής μας φωνής. Είναι η σφαίρα της ζωής που δύναται να βιωθεί όταν δοθεί χώρος στο ασυνείδητο. Είναι το ταξίδι σε πιο δύσκολες πραγματικότητες αλλά και σε πιο άπιαστες δυνατότητες. Οι λέξεις δεν ορίζουν μόνο ό,τι θωρεί ο άνθρωπος. Άλλωστε, τι είναι και η όραση; Και πόσα μπορεί να αντέξει μόνη, υπέρβαρη αίσθηση, χωρίς τη βοήθεια των πιο προικισμένων άφατων άλλων;
Εκεί που φαντάζει κάτι ως αδιέξοδο, το συμβολικό δείχνει την οδό και τα κρυφά δρομάκια. Δημιουργεί εσωτερικά μονοπάτια για να αφουγκραστούμε, να κουρνιάσουμε τις αγωνίες μας, αλλά και να πάρουμε δύναμη, να λειτουργήσουμε ως σκαπανείς σε δρόμους αχάρακτους. Έτσι το έμμεσο γίνεται άμεσο. Το συμβολικό ξεκλειδώνεται. Δεν δημιουργεί τρόμο στη σκέψη και δεν αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο από το πρακτικό. Υπάρχουν άλλωστε τόσοι άνθρωποι όσες και οι ιστορίες τους. Τόσες ιστορίες όσες και οι άνθρωποι. Και μπορεί στο τέλος όλα να μοιάζουν ειπωμένα, αλλά εκεί κάπου στο βάθος θα ορθώνεται πάντα ένα δέντρο τόσο όμοιο αλλά και τόσο διαφορετικό, που θα μας κάνει να δούμε το δάσος αλλιώτικα.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
«Περί κρίσης»
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.
Η εκτενής, συστηματική φοροδιαφυγή, συνήθως νομιμοφανής, είναι πολλαπλό πλήγμα για τα κράτη: τα κράτη προσφέρουν διευκολύνσεις υποδομών και βεβαίως αγορές, χωρίς να έχουν ανταποδοτικά οφέλη, ώστε να μπορούν να τροφοδοτούν τις κρατικές λειτουργίες και τις δράσεις της κοινωνικής πρόνοιας. Το σημαντικότερο όμως είναι η απομείωση της κρατικής και κατ’ επέκτασιν της λαϊκής κυριαρχίας. Ένα κράτος που αδυνατεί να συλλέξει φόρους, δίκαια και αναλογικά, χάνει ουσιαστικά τα κυριαρχικά του δικαιώματα και δείχνει τη δημοκρατία ανίσχυρη να εγγυηθεί ισονομία και ισοπολιτεία για όλους.
Αναζητώντας τα αίτια αυτής της καταγεγραμμένης αδυναμίας, φτάνουμε στην έλλειψη βούλησης των πολιτικών ηγεσιών να περιορίσουν δραστικά τη φοροδιαφυγή. Με το σχετικά ουδέτερο «έλλειψη βούλησης» περιγράφεται βέβαια μια μεγάλη μετατόπιση ισχύος σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, μια τεράστια μόχλευση του δημοκρατικού κράτους. Έχει περάσει μισός αιώνας από την ανησυχητική διαπίστωση του προέδρου των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ για την ανεξέλεγκτη υπερεξουσία του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος. Στα χρόνια που ακολούθησαν άλλαξαν όχι μόνο οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί αλλά και τα συμπλέγματα απέκτησαν άλλες μορφές, έγιναν χρηματοπιστωτικά συμπλέγματα, με νέα εργαλεία και κυρίως ασύμμετρα μεγάλη ισχύ, πολλαπλάσια από την εποχή της προφητικής περιγραφής του ρεπουμπλικανού Αϊκ. Στην καρδιά της δημοκρατικής Ευρώπης, είδαμε πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, πολιτικούς ηγέτες να ολιγωρούν σε ζητήματα ρύθμισης και ελέγχου, και αργότερα να προσλαμβάνονται ως σύμβουλοι από οικονομικούς κολοσσούς. Αρκεί να δούμε την πορεία των Μπλερ και Σρέντερ.
Όπως έχουν τονίσει πολλοί επιστήμονες, αναλυτές και πολιτικοί, αυτός ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, με τα κρυμμένα αφορολόγητα κέρδη, με τη γιγάντωση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου εις βάρος του παραγωγικού κεφαλαίου, με την περιφρόνηση των κρατών, είναι μη συμβατός με τη δημοκρατία, δεν τη χρειάζεται τη δημοκρατία και δεν την ανέχεται πια. Συνάγεται από όσα λένε οι επικεφαλής του ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ. Και από την πρόσκληση που απευθύνουν για συντονισμένη διεθνή δράση.
Είναι η στιγμή κατά την οποία οι αποφάσεις θα γείρουν αποφασιστικά την πλάστιγγα προς την αναπαραγωγή της κρίσης ή προς την οριστική έξοδο από αυτή. Γι’ αυτό, οι αποφάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα τις πρόσκαιρες διαθέσεις διαφόρων θιγόμενων αλλά από τα μακροπρόθεσμα, θετικά αποτελέσματα για το σύνολο των κοινωνικών μας δυνάμεων.
Γιατί όμως, θεωρούμε ότι η στιγμή είναι κρίσιμη; Πώς μπορούμε λοιπόν, αντίθετα από τον Σίσυφο, να ολοκληρώσουμε το ανέβασμα του τρομερού βράχου στην κορυφή του λόφου και να μην τον αφήσουμε να κυλήσει πάλι πίσω;
Ένα πρώτο και άμεσο θέμα είναι η αποκλιμάκωση της υπερβολικής φορολόγησης που έχει βαρύνει κάθε Έλληνα –μισθωτό, επιχειρηματία, οικογενειάρχη. Η επιπόλαιη και ασύμμετρη φορολογική πολιτική της χώρας μας, λειτουργεί ως ένα από τα μεγαλύτερα αντικίνητρα για τις παραγωγικές επενδύσεις και την αύξηση της απασχόλησης. Η απίστευτη ελληνική γραφειοκρατία, το υψηλό ενεργειακό κόστος, η υπερφορολόγηση και το αυξημένο μη μισθολογικό κόστος της εργασίας αποτελούν τροχοπέδη για τη βιομηχανική μας ανάπτυξη, ιδιαίτερα στον μεταποιητικό τομέα.
Σήμερα, ίσως είναι η στιγμή να υιοθετήσουμε αποφασιστικά αυτό που πολλοί λένε, ακόμα και υψηλόβαθμα στελέχη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ότι πλέον βρισκόμαστε σε μία οικονομική φάση όπου η ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης είναι πιο σημαντική για την ανάκαμψη από την περαιτέρω διευκόλυνση της χρηματοδότησης από τις τράπεζες.
Προφανώς, είναι σημαντικό και οι ελληνικές τράπεζες να παίξουν τον δικό τους ρόλο για την ενίσχυση της Ανάπτυξης – ρόλος όχι εύκολος αλλά πάντως επιτεύξιμος μετά τις επιτυχείς ανακεφαλαιοποιήσεις, τα τεστ αντοχής και την πρόβλεψη επιστροφής σε κερδοφορία.
Ας κλείσουμε με τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν στο ζήτημα της μεταρρύθμισης στον δημόσιο τομέα. Αν εξαιρέσουμε τις μειώσεις μισθών (που δεν είναι μεταρρύθμιση), πολύ λίγα πράγματα έχουν γίνει για την ανασυγκρότηση και εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης στον τόπο μας. Παρωχημένη συνδικαλιστική νοοτροπία, παλαιοκομματικές αγκυλώσεις, χαμηλή παραγωγικότητα, ισοπεδωτική μισθολογική πολιτική και αρκετή διαφθορά είναι ορισμένες μόνον από τις παθογένειες που εξακολουθούν να δυναστεύουν τη δημόσια διοίκηση. Κι όμως, χωρίς πολύ καλό δημόσιο τομέα δύσκολα αναπτύσσεται η οικονομία μιας χώρας.
Είναι η στιγμή λοιπόν να δούμε τις βαθύτερες αλλαγές που έχει ανάγκη ο δημόσιος τομέας. Οι περικοπές μισθών και οι αλόγιστες υπερφορολογήσεις δεν δίνουν καμία προοπτική. Οι μεταρρυθμίσεις που θα ωθήσουν τη δημόσια διοίκηση κοντά στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές είναι αυτές που θα υποστηρίξουν μία γενικότερη αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Είναι χαρακτηριστικές οι συγκρούσεις γύρω από το πρόβλημα του κράτους. Χωρίς ισχυρό κράτος καμία πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, κάθε ανεπτυγμένη οικονομία στηρίζεται σε ένα ισχυρό κράτος – αυτά και άλλα είναι κοινός τόπος, πασίγνωστα. Το «δικό μας» κράτος ήταν διαλυμένο στο απέραντο τέλμα των πελατειακών σχέσεων, εχθρικό προς τον πολίτη και την ανάπτυξη, περίσσευε εκεί όπου ήταν άχρηστο και απουσίαζε όπου κι όποτε το χρειαζόσουν. Ήταν χρήσιμο μόνο για να αναλαμβάνει το ρίσκο ενός συνεχούς υπέρογκου δανεισμού και να διανέμει το προϊόν αυτού του δανεισμού (με δημοκρατικές και συναινετικές διαδικασίες…) ώστε να αναπαράγεται το μοντέλο του παρασιτικού καπιταλισμού. Με το ξέσπασμα της κρίσης, η μεταρρύθμιση του κράτους θα ήταν, λογικά, πρώτο θέμα στην ημερήσια διάταξη. Θα έπρεπε δηλαδή να τεθούν και να απαντηθούν τρία θεμελιώδη ερωτήματα: (α) Τι τύπο κράτους χρειαζόμαστε, τι κράτος θέλουμε; (β) Ποια θα είναι η δομή του, ώστε να υπηρετεί τους στόχους που του θέτουμε; (γ) Ποιες προδιαγραφές πρέπει να έχουν όσοι θα εργάζονται σε αυτό, με ποια κριτήρια θα γίνεται η στελέχωσή του και η αξιολόγηση; Αυτά, τα θεμελιώδη και αυτονόητα, δεν τέθηκαν και δεν απαντήθηκαν.
Πόση απόσταση έχουμε διανύσει από τότε που βίαια ξέσπασε η κρίση, στην κατεύθυνση της ανασυγκρότησης της οικονομίας και της χώρας; Οι θεσμοί είναι εξουθενωμένοι, η διαπλοκή, το πολιτικό χρήμα, τα συμφέροντα της φοροδιαφυγής και της ανομίας είναι ισχυρά – λες, έμειναν άθικτα ή ενισχύθηκαν μέσα στην κρίση που ταλανίζει όλη την άλλη Ελλάδα. Η οικονομία είναι εξασθενημένη, η παραγωγική δυναμικότητα συρρικνωμένη, η αποεπένδυση είναι σε ιστορικά υψηλό σημείο (οι αποσβέσεις υπερβαίνουν τις επενδύσεις…), τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα (π.χ. ασφαλιστικό) παραμένουν άλυτα. Ως εκ τούτου, η δημοσιονομική ισορροπία πόρρω απέχει από το να καταστεί διατηρήσιμη, τα πρωτογενή πλεονάσματα που είχαν τεθεί ως στόχοι δεν είναι επιτεύξιμα, η εξωτερική ισορροπία της οικονομίας είναι εύθραυστη στο πρώτο φύσημα μιας έστω ασθενικής ανάκαμψης, η μεγάλη ανεργία είναι η βάση της πρωτοφανούς ανθρωπιστικής κρίσης που καταγράφεται και επίσημα από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: 2,5 εκατ. άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας κι άλλοι 3,8 εκατ. αντιμετωπίζουν το ίδιο κίνδυνο. Η χώρα ασθμαίνει οπισθοδρομώντας ή, στην καλύτερη περίπτωση, τρέχοντας επιτόπου.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
Μετά την «εκβιομηχάνιση» των προηγούμενων ετών στον πολιτισμό, σήμερα ανακαλύψαμε τη βαριά βιομηχανία του τουρισμού!
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα κληθεί, ίσως, να μελετήσει το παράδοξο φαινόμενο της όψιμης βιομηχανικής επανάστασης, που φέρεται να συντελείται στην Ελλάδα (και μόνον στην Ελλάδα) τα τελευταία 30 χρόνια. Το έργο του θα είναι μάλλον κοπιώδες, γιατί οι εγχώριες βαριές βιομηχανίες -του πολιτισμού και του τουρισμού, φυσικά- θα αντιστέκονται στους παραδοσιακούς ορισμούς περί εκβιομηχάνισης. Ας ελπίσουμε ότι τότε, ο αμήχανος αυτός ιστορικός θα συνυπολογίσει, με καλοπροαίρετο τρόπο, μια κεφαλαιώδους σημασίας παράμετρο: την ιδιοσυγκρασιακή σχέση που έχουμε ως λαός με την πραγματικότητα, η οποία εδράζεται όχι τόσο στις πράξεις, όσο στα λόγια.
Κορυφαίο παράδειγμα, η δημοφιλής φράση «Ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας», που μπήκε στη ζωή μας στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μπορεί να μας διαφεύγει μέχρι και σήμερα η μετρήσιμη και πρακτική επίδρασή του στην πραγματικότητα, στην πολιτιστική παραγωγή και στην οικονομία, ωστόσο το εθνικό σλόγκαν αποδείχθηκε ανθεκτικό και επικράτησε απλώς και μόνον διά της στομφώδους επανάληψης. Επί της ουσίας, μετατράπηκε από δήλωση σε παραδοχή, μια διαπίστωση που αυτομάτως ταυτιζόταν με την πραγματικότητα, με αυτό που ήδη «είμαστε» χωρίς να χρειάζεται παραπάνω κόπος –αυτό που κάποιοι άλλοι, ξένοι και αδαείς, καλούνταν, επιτέλους, να ανακαλύψουν.
Επάνω στη «βαριά βιομηχανία του πολιτισμού» στρογγυλοκάθησε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, καθώς και, σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι άνθρωποι και οι φορείς του πολιτισμού. Το ιδεολόγημα που δημιουργήθηκε κατέστησε την ενασχόληση με τα πολιτιστικά πολύ «τρέντι», ενώ το υπουργείο Πολιτισμού αναδείχθηκε σε «μαγαζί»-γωνία. Κι αν έλειψε κάποιο συγκεκριμένο και συγκροτημένο εθνικό σχέδιο, κι αν δεν διαμορφώθηκε ποτέ, έστω, μια κοινώς αποδεκτή έννοια του πολιτισμού στη σύγχρονη Ελλάδα, ποιος ήθελε να χαλάσει το γενικότερο κλίμα ευμάρειας και ευδαιμονίας με τέτοιες μίζερες προσεγγίσεις;
Η όψιμη αυτή (πολιτιστική) εκβιομηχάνιση της χώρας αποτέλεσε μια θαυμάσια ευκαιρία για τους εκφραστές, αλλά και τους οπαδούς του πολιτικού βερμπαλισμού και του παρεπόμενου πολιτικού μαξιμαλισμού. Όσοι μονίμως παραπονούνται για την υποχρηματοδότηση του πολιτισμού θα πρέπει, νομίζω, να μετρήσουν καλύτερα. Από τη δεκαετία του ’80 και μέχρι την πρόσφατη οικονομική κρίση, παρατηρείται μια υπερεπένδυση στον πολιτισμό (όπως τον εννοούσε, κατά καιρούς, η συγκυρία ή ο εκάστοτε αρμόδιος). Πολλά κονδύλια -εύλογα ή έκτακτα, άμεσα ή έμμεσα, από το υπουργείο Πολιτισμού ή από τους ειδικούς για πολιτιστικές εκδηλώσεις λογαριασμούς άλλων υπουργείων, από ευρωπαϊκά προγράμματα (πολιτιστικά ή «αναπτυξιακά»)- επενδύθηκαν ή «επενδύθηκαν» σε σοβαρούς ή μη καλλιτέχνες, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κάθε είδους, σε υποδομές χρήσιμες, πολύτιμες ή απλώς φαραωνικές, σε μέγαρα, θέατρα, αίθουσες πολιτισμού, μαρμάρινα φουαγιέ, πολυχώρους, αναπλάσεις, αναπαλαιώσεις, ανακαινίσεις, εξοπλισμούς… σε καθιερωμένους ή θνησιγενείς θεσμούς, σε φιέστες, σε ειλικρινή καλλιτεχνικά οράματα, αλλά και σε τσαρλατάνους. Μια βαριά βιομηχανία επιδοτούμενη –α λα ελληνικά.
Ύστερα ήρθε η χρεοκοπία, στέρεψαν οι κρατικοί πόροι, πάγωσε η τσιμινιέρα. Ακολούθησε μια σύντομη και αμήχανη μετα-βιομηχανική εποχή (πάντα στην ελληνική βερσιόν), όπου κατέστη σαφές πως το αχτύπητο δίδυμο βερμπαλισμός-μαξιμαλισμός είχε δημιουργήσει μια πολιτιστική «φούσκα», έναν μη βιώσιμο υπερτροφικό τομέα, δυσανάλογο του μεγέθους και των δυνατοτήτων της χώρας.
Άρον-άρον οι συνήθεις ύποπτοι προσχώρησαν στο (όχι και τόσο καινούργιο) δόγμα της λατρείας του τουρισμού, ενώ ο πολιτισμός, από βαριά βιομηχανία μετατράπηκε σε βαριά υποχρέωση, μια ενοχλητική πηγή αιτημάτων και ελλειμμάτων. Ο τουρισμός είναι, πλέον, η βαριά βιομηχανία της χώρας - το εμπεδώσαμε και προχωράμε στο μέλλον με ομοψυχία.
Ίσως αυτή τη βιομηχανία να την κάνουμε πράγματι βαριά. Ίσως πάλι, κατά τον προσφιλή μας τρόπο, να την ονοματίζουμε «βαριά» στο διηνεκές, χωρίς να είναι, ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα το προσέξει. Σε κάθε περίπτωση, ο ιστορικός του μέλλοντος για ένα πράγμα θα είναι σίγουρος: εμείς, αυτό που λέμε, το κάναμε.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να διαπιστώσει ότι εδώ και 6 χρόνια η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε ύφεση. Μερικοί κλάδοι της οικονομίας έχουν χτυπηθεί περισσότερο. Ο κλάδος της Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών (ΤΠΕ) περνάει δύσκολες μέρες όπως μαρτυρούν τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών του κλάδου αυτού. Οι εταιρίες φυτοζωούν, έχοντας κάνει σημαντικές μειώσεις προσωπικού και μισθών, περιμένοντας την πολυπόθητη ανάκαμψη.
Το αντικείμενο ενός σημαντικού έργου που τίθεται εδώ ως παράδειγμα αφορά σε πολύ γενικές γραμμές την ψηφιακή απεικόνιση και περιήγηση του Μουσείου της Ακρόπολης, όπως σχεδιάστηκε από τον καθηγητή Δημήτρη Παντερμαλή και τους συνεργάτες του. Ένα πολύ σημαντικό έργο, με πολύ υψηλές απαιτήσεις από τον ανάδοχο, ο οποίος θα έπρεπε να έχει κατάλληλη τεχνογνωσία, διεθνή εμπειρία και διάθεση για συνεργασία με τους αρχαιολόγους του Μουσείου οι οποίοι θα διαμόρφωναν την υλοποίησή του. Είμαι βέβαιη ότι όλοι συμφωνούμε με τη σημασία του έργου, στην προβολή του καλύτερου Μουσείου που διαθέτει η Ελλάδα και στην τεράστια συμβολή του έργου στη γενικότερη προβολή της χώρας, που τόσο έχουμε ανάγκη στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε.
Για ένα έργο που στην περιγραφή του περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «…δίνει έμφαση στην οργάνωση του πολιτιστικού του αποθέματος, στην ανάπτυξη αποτελεσματικού συστήματος τεκμηρίωσης και διαχείρισης των συλλογών του, στην εξασφάλιση απρόσκοπτης στο αρχαιολογικό υλικό, στη γνωστική και συγκινησιακή εμπλοκή του κοινού μέσα από νέες, καινοτόμες προσεγγίσεις, στην προβολή του Μουσείου και των δράσεών του, στην αύξηση της φυσικής και διαδικτυακής επισκεψιμότητας η οποία, στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που βιώνει η χώρα, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση του τουρισμού και της οικονομίας γενικότερα».
Στην τελευταία Σοβιετική Δημοκρατία που ζούμε, όποιος επιδιώκει το κέρδος από μια νόμιμη δραστηριότητα είναι εγκληματίας. Δυστυχώς αυτή η αντίληψη έχει καθιερωθεί από τη δεκαετία του ’80: «If you pay peanuts, you get monkeys», λένε οι Αγγλοσάξονες, το οποίο ισχύει τόσο κυριολεκτικά, όσο και μεταφορικά στην περίπτωσή μας.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
«Το αστικό φαινόμενο σύμφωνα με τον Jacques Le Goff στην Ευρώπη και στην Αμερική».
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.

Σήμερα που οι πόλεις υφίστανται ριζικές και πρωτόγνωρες αλλαγές είναι αναγκαία η ιστορική αυτογνωσία είτε σαν εργαλείο ερμηνείας τους είτε σαν εργαλείο προσδιορισμού της ταυτότητάς τους στο μέλλον. Το ενδιαφέρον τους κατ’ αρχήν προέρχεται από το γεγονός ότι μιλάει για την πόλη ένας σπουδαίος ιστορικός του Μεσαίωνα: ο Jacques Le Goff (1924, Τουλώνη), γνωστός στο διεθνές και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από το έργο του για τον δυτικό Μεσαίωνα (σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο του Ιστορία και μνήμη, εκδ. Νεφέλη, 1998), διάδοχος του F. Braudel στην Ecole Pratique des Hautes Etudes και μεταξύ εκείνων που αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα της περίφημης ιστορικής σχολής των Annales. Αυτός λοιπόν χρησιμοποιεί το corpus των γνώσεών του και την ιστορική του εμπειρία για να μας μιλήσει τελικά για τη σύγχρονη πόλη, για το παρελθόν και το μέλλον της. Το βιβλίο αυτό παρουσίασε η αρχιτέκτων Φωτεινή Μαργαρίτη.
Η βασική υπόθεση του Jacques Le Goff γύρω από την οποία αρθρώνεται η συζήτησή του με τον Jean Lebrun είναι ότι η σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη αποτελεί συνέχεια της μεσαιωνικής. Όλο το διάστημα που μεσολαβεί από τον 11ο αιώνα ως τις ημέρες μας, με τις συνέχειες ή ασυνέχειές του, αποτελεί τη μεγάλη διάρκεια, τον ιστορικό χρόνο της σύγχρονης πόλης. Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη διάρκεια ο J.Le Goff επιχειρεί να ερμηνεύσει πολλά από τα σύγχρονα αστικά φαινόμενα. Η συζήτηση στο βιβλίο του είναι δομημένη σε έξι βασικές ενότητες και συμπληρώνεται με μια εξαιρετική εικονογράφηση της μεσαιωνικής και της σύγχρονης πόλης κατ’ αντίστιξη.
Στην πρώτη ενότητα, που αποτελεί και την εισαγωγή του βιβλίου του , ο J. Le Goff αναπτύσσει τη βασική του υπόθεση: η πόλη συνίσταται σε έναν βασικό πυρήνα, αυτόν που αποτελεί σήμερα το μεσαιωνικό ιστορικό κέντρο των δυτικοευρωπαϊκών πόλεων, μέσω του οποίου εξασκείται η εξουσία σε μια περιφερειακή έκταση (τα προάστια). Το σημείο εκκίνησης των πόλεων βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη μετατόπιση των κέντρων εξουσίας από την ύπαιθρο προς την πόλη.
Ο J. Le Goff υποστηρίζει ότι η ενότητα της σύγχρονης πόλης με την περιφέρεια χρονολογείται από τον Μεσαίωνα: ο Μεσαίωνας οριοθέτησε (με τα τείχη ή, στη συνέχεια, με τα περιφερειακά βουλεβάρτα) την πόλη από την περιφέρεια, ενώ ταυτόχρονα έβαλε σε κίνηση τον μαγνητισμό της περιφέρειας από το κέντρο που η σύγχρονη εποχή ολοκλήρωσε. Σ’ αυτή τη μακρά ιστορική παράδοση μπορεί σήμερα κανείς να αποδώσει φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη, σε διάκριση με την αμερικανική.
Ενώ η αστική πλέον περιφέρεια των ευρωπαϊκών πόλεων γιγαντώνεται, εξακολουθεί να διατηρεί μια απίστευτη εξάρτηση από τον κυρίως κορμό της πόλης. Ο αρχιτέκτων Rem Koolhaas (Conversations with students, 1996) διαπιστώνει με απορία ότι οι νέες πόλεις γύρω από το Παρίσι λέγονται ακόμη νέες πόλεις, παρ’ όλο που κάποιες από αυτές είναι 40 χρόνων και πλέον.
Ο J. Le Goff ολοκληρώνει αυτή την ενότητα με μια σημαντική διαπίστωση: ο Μεσαίωνας προτιμά να αναπαριστά στις εικόνες του τα εργοτάξια και αυτό μαρτυρεί μια πολεοδομική αισιοδοξία. Στην πόλη αυτή την εποχή κτίζουν περισσότερο παρά διατηρούν ή γκρεμίζουν και οι κάτοικοι δεν είναι συνδεδεμένοι με την εμφάνιση των πόλεών τους, γιατί αλλάζουν και εκείνοι και αυτές συχνά. Εκείνο που μπορούσε να τραυματίσει ήταν μόνο η καταστροφή ενός μνημείου (μια εκκλησία ή ένα καμπαναριό). Οι άλλες καταστροφές που κατά τον 18ο ή κυρίως κατά τον 19ο αιώνα τις εξέταζαν με νοσταλγία δεν προκαλούσαν καμιά συγκίνηση. Πρέπει να περιμένουμε την εποχή μας, που ανησυχεί για το μέλλον της πόλης, για να ηχήσουν οι κάθε είδους καταστροφές σαν σήμα κινδύνου.
Ο J. Le Goff ολοκληρώνει με τον αινιγματικό επίλογο «Το τέλος της πόλης ή η πόλη δίχως τέλος, δίχως όρια» και με την κοινή πλέον επισήμανση των μεγάλων αλλαγών που υφίσταται η πόλη και οι οποίες συνοψίζονται σε τρία νέα αστικά φαινόμενα: 1) την έξοδο από την πόλη πολλών από τις παραδοσιακές χρήσεις της (πανεπιστήμια, οικονομικές και πολιτιστικές δραστηριότητες, λιμάνια, έδρες επιχειρήσεων, φεστιβάλ κ.ά.), 2) τον πολλαπλασιασμό των νευραλγικών κέντρων, που ωθούν τη σύγχρονη πόλη μοιραία στον πολυκεντρισμό., 3) τη διάχυση του αστικού χώρου στον αγροτικό (και αντιστρόφως). Όλο αυτό το σύνολο δεν μπορεί πια να λειτουργεί παρά μέσα από ένα πυκνό δίκτυο επικοινωνίας.
Ο J.Le Goff υποστηρίζει ότι όλη αυτή η εξέλιξη της ευρωπαϊκής πόλης οφείλεται στην επίδραση της αμερικανικής πραγματικότητας, «όπου ο αστικός πολιτισμός βρήκε την πιο έντονη ανάπτυξη και εκδηλώθηκε με πλήθος καινοτομιών στην εποχή μας. (…). Η επίδραση της αμερικανικής πόλης (…) συνέβαλε στον θάνατο της μεσαιωνικής πόλης και των υπολειμμάτων της».
Μάλιστα θεωρεί πως όλη η εξέλιξη του αστικού φαινομένου που λειτουργεί βαθιά και κάνει πόλεις οι οποίες έχουν ένα ολότελα διαφορετικό παρελθόν (στην Αμερική, στην Ασία, στην Ιαπωνία και στην Ευρώπη) να μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους λειτουργεί εναντίον του παραδοσιακού αστικού κέντρου, το οποίο δεν είναι πλέον συμβατό με την οικονομική ζωή ή τις σχέσεις που αναπτύσσονται στους αστικούς πληθυσμούς.
«Για centro storico συζητούν πολύ οι Ιταλοί. Και αν λάμπει ακόμη, είναι η ομορφιά του θανάτου. (…) Προχωρούμε προς την πόλη κέντρο-μουσείο». Η αναφορά του στο ακραίο παράδειγμα της Βενετίας είναι εύγλωττη. Η σύγχρονη πόλη βρίσκεται μοιραία πλέον στη διαδικασία ανακάλυψης νέων μορφών γοητείας που θα προσελκύσουν τους αστικούς πληθυσμούς. Τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του μπορεί να συμπληρώσει κανείς ανατρέχοντας στις απόψεις και πολλών άλλων ειδικών.
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή μας θα προσθέσουμε ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο για όλους εκείνους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στοχάζονται τα θέματα της πόλης και όχι μόνον, αλλά και ειδικότερα για τον έλληνα αναγνώστη, αφού από την ελληνική βιβλιογραφία, παρά την ύπαρξη μεμονωμένων μελετών για την ιστορία των ελληνικών πόλεων, απουσιάζει η ενσωμάτωση της ιστορικής εμπειρίας στην ερμηνεία των σύγχρονων ελληνικών πόλεων, με αποτέλεσμα να αναμασώνται δάνειες θεωρίες και προβληματισμοί που δεν δίνουν απάντηση στη νέα πραγματικότητα.
Τέλος, από τις πρώτες σχεδόν σελίδες του βιβλίου αναιρείται το ερώτημα για το που βρίσκεται η ελληνική πόλη σε σχέση με το παρελθόν στο οποίο αναφέρεται ο J. Le Goff. Ο συγγραφέας κάνει αυτή τη συζήτηση κάτω από το φως της εμπειρίας του 20ού αιώνα και αποπειράται να συλλάβει την ταυτότητα της σύγχρονης πόλης στο σύνολό της. Άλλωστε, από μιαν άλλη άποψη, το παρελθόν της δυτικής πόλης του Μεσαίωνα αφορά και την ελληνική μοντέρνα πόλη, αφού στον σχεδιασμό της κατά τον προηγούμενο αλλά και τον παρόντα αιώνα στην ουσία αυτή την παράδοση ενσωματώνει, έχοντας κάνει την επιλογή, αναρωτιέται κανείς σωστή ή λανθασμένη, να έρθει σε απόλυτη ρήξη με τη δική της μεσαιωνική και οθωμανική παράδοση.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).
0 Σχόλια